Από τα ακριτικά τραγούδια και τους αντάρτες του Πόντου μέχρι τη σημερινή μνήμη, ο αετός εξακολουθεί να πετά πάνω από τις γενιές των Ποντίων
Υπάρχουν τραγούδια που ξεπερνούν τα όρια της μουσικής και μετατρέπονται σε σύμβολα. Για τον ποντιακό ελληνισμό, ένα από αυτά είναι το «Αητέντς επαραπέτανεν»: σε ρυθμό τίκ’, έχει τραγουδηθεί σε γλέντια, μνημόσυνα, αντάμωματα και εκδηλώσεις μνήμης, διατηρώντας αναλλοίωτη τη δύναμή του στο πέρασμα των δεκαετιών.
Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής, αξίζει να θυμηθούμε την ιστορία ενός τραγουδιού που κατάφερε να γίνει αναφορά στην αντίσταση και την ελευθερία.
Ξεκινάμε από τον αετό, ο οποίος κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποντιακή παράδοση – εμφανίζεται συχνά σε τραγούδια, θρύλους και αφηγήσεις ως σύμβολο λεβεντιάς, ανεξαρτησίας και υπερηφάνειας. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι πρωταγωνιστεί και σ’ ένα τραγούδι αφιερωμένο στον Πόντιο αντάρτη, το οποίο αρκετοί ερευνητές θεωρούν από τα ελάχιστα ελληνικά δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στον άγνωστο στρατιώτη.
Μέσα από την εικόνα του αετού, οι στίχοι υμνούν τη θυσία εκείνων που έπεσαν χωρίς να αναζητήσουν δόξα ή αναγνώριση, δίνοντας στο τραγούδι μια διαχρονική διάσταση που ξεπερνά τα όρια της ιστορικής συγκυρίας που το γέννησε:
Αητέντς επαραπέτανεν ψηλά ’ς σα επουράνια
και τα τζαγκία ατ’ κόκκινα και το τσαρκούλ’ν ατ’ μαύρον,
εκράτ’νεν και ’ς σα κάρτζα του, παλληκαρί’ βραχιόνας.
–Αητέ μ’ για δώσ’ με ασό κρατείς, για πε με όθεν κείται.
–Ασό κρατώ ’κί δίγω σε, άρ’ όθεν κείται λέγω.
Γιά ποίσον σιδερέν ραβδίν και χάλκινα τσαρούχια
κι έπαρ’ ’σ σο χέρι σ’ το στρατίν κι όλιον το μονοπάτιν.
Ακεί ’ς σο πέραν το ραχίν, ’ς σ’ ελάτ’ επεκεί μέρος,
μαύρα πουλία τρώγ’ν ατον και άσπρα τριγυλίσκουν.
–Φατέστεν πουλία μ’ φατέστεν, φατέστεν τον καρίπην,
’σ σην θάλασσαν κολυμπετής, σ’ ομάλια πεχληβάνος.
’σ σον πόλεμον τραντέλλενας, ρωμαίικον παλικάρι.
«Επαραπέτανεν» ή «επεριπέτανεν»;
Ακόμη και ο τίτλος έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης μεταξύ ερευνητών και μελετητών της ποντιακής παράδοσης.
Ο λαογράφος, συγγραφέας και ερευνητής Στάθης Ευσταθιάδης, στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών έργο του Τα τραγούδια του ποντιακού λαού, καταγράφει το τραγούδι ως «Αητέντς επαραπέτανεν» εντάσσοντάς το στο κεφάλαιο «Η μοίρα του Ακρίτα».
Ωστόσο, υπάρχει μια… διαμάχη για το αν το ρήμα είναι παραπέτανεν ή περιπέτανεν, αν και έχει επικρατήσει η εκδοχή που παρουσιάζει ο Στάθης Ευσταθιάδης.
Και ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, άλλωστε, στο Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου, δίνει και τα δύο λήμματα (παραπετώ = πετώ υψηλά και περιπετώ = πετώ [πέριξ], ίπταμαι) παραθέτοντας και στα δύο, αναλόγως, τους στίχους του τραγουδιού.
Ένα τραγούδι που δεν γέρασε ποτέ
Ίσως η μεγαλύτερη δύναμη του τραγουδιού να βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν συνδέεται αποκλειστικά με ένα ιστορικό γεγονός ή μια συγκεκριμένη εποχή. Οι στίχοι του μιλούν για την απώλεια, την παλικαριά, την προσφορά και τη μνήμη – έννοιες που παραμένουν επίκαιρες.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το «Αητέντς επαραπέτανεν» εξακολουθεί να συγκινεί γενιές Ποντίων.
Από τις ερμηνείες του ξεχωρίζει μια σπάνια ηχογράφηση των αρχών της δεκαετίας του 1970, με τον Κωστίκα Τσακαλίδη στη λύρα και τον Χρύσανθο στο τραγούδι, συνοδευόμενο από τον ίδιο τον λυράρη στα ρεφρέν.
Ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ιδιαίτερη αδυναμία στο τραγούδι ήταν και ο Γιώργος «Ζώρας» Μελισσανίδης. Όπως αναφέρει ο Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης στο βιβλίο Ο Ζώρας του Πόντου – Γεώργιος Μελισσανίδης, «όταν το άκουγε χαμογελούσε και μετά δάκρυζε». Μάλιστα, ο φίλος του, στρατηγός ε.α. Νίκος Σαμψών, συγκινημένος από το θάνατό του, εμπνεύστηκε από το ιστορικό ποντιακό άσμα και ζήτησε από τον Θεσσαλονικιό ζωγράφο Θανάση Παπαδομανωλάκη να αποτυπώσει σε πίνακα τον αετό και τον Πόντιο Ακρίτα.
