Η παρατεταμένη ακρίβεια στα είδη διατροφής και η συνεπακόλουθη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα οικονομικό ζήτημα που παραμένει βαλτωμένο για πάνω από δύο δεκαετίες. Πρόκειται για το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαφόν των διατακτικών σίτισης (κουπόνια φαγητού) που χορηγούν οι επιχειρήσεις, το οποίο παραμένει καθηλωμένο στα 6 ευρώ ημερησίως από το μακρινό 2004.
Το ποσό αυτό, εν μέσω των σημερινών πληθωριστικών πιέσεων, έχει χάσει την πραγματική του αξία, καθώς επαρκεί οριακά για έναν καφέ και ένα βασικό σνακ, αδυνατώντας να καλύψει ένα πλήρες ημερήσιο γεύμα εργαζομένου.
Παρέμβαση από το ΠΑΣΟΚ
Την ανάγκη άμεσης αναθεώρησης του πλαισίου φέρνουν στο Κοινοβούλιο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Μανώλης Χριστοδουλάκης, Παύλος Χρηστίδης και Πάρις Κουκουλόπουλος, καταθέτοντας σχετική ερώτηση προς τα υπουργεία Εργασίας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Οι βουλευτές ξεκαθαρίζουν ότι οι μη μισθολογικές παροχές δεν υποκαθιστούν τις απαραίτητες ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς και την ανάγκη για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι η αναπροσαρμογή του ορίου μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά για χιλιάδες εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα.
Στο πλαίσιο αυτό, απευθύνουν τρία συγκεκριμένα ερωτήματα προς το οικονομικό επιτελείο:
• Εάν προτίθεται η κυβέρνηση να αυξήσει την ημερήσια αφορολόγητη αξία των διατακτικών.
• Εάν εξετάζεται η θεσμοθέτηση μόνιμου μηχανισμού αυτόματης αναπροσαρμογής με βάση τον πληθωρισμό και το κόστος διαβίωσης.
• Εάν θα δοθούν επιπλέον κίνητρα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την ευρύτερη υιοθέτηση του μέτρου.
Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της κοινοβουλευτικής ερώτησης, η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που εφαρμόζει αντίστοιχο σύστημα και δεν έχει αγγίξει το σχετικό όριο εδώ και 22 χρόνια. Αντίθετα, άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες προχωρούν σε διαδοχικές αυξήσεις.
Χαρακτηριστικά, η Σλοβακία έχει ενισχύσει την αξία των διατακτικών κατά 314% και η Ρουμανία κατά 146%, ενώ σε Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία οι αναπροσαρμογές κυμάνθηκαν από 22% έως 51% την περίοδο 2017-2024. Επιπλέον, στην Τσεχία εφαρμόζεται μοντέλο αυτόματης αύξησης της παροχής κάθε φορά που ο πληθωρισμός σημειώνει άνοδο κατά 20%.
Η υστέρηση αποτυπώνεται ανάλογα και στη σύγκριση με τον κατώτατο μισθό. Στην Ευρώπη, η μηνιαία αξία της συγκεκριμένης παροχής αγγίζει μεσοσταθμικά το 20% του κατώτατου μισθού (στην Πορτογαλία φτάνει το 22% και αλλού το 25%). Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται μόλις στο 12% με 13%, κατατάσσοντας τη χώρα στην τελευταία θέση της σχετικής λίστας, τη στιγμή που η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει περίπου 30% χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
