Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον τρόπο εκτοκισμού των δικαστικών ρυθμίσεων του ν. 3869/2010 αποτέλεσε μια σημαντική νίκη για χιλιάδες δανειολήπτες που επί χρόνια βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιβαρύνσεις οι οποίες, όπως πλέον κρίθηκε οριστικά, δεν στηρίζονταν στον νόμο.
- Από τη δικηγόρο
Νούκα Αριάδνη
Η εξέλιξη αυτή, της οποίας το εύρος εφαρμογής αμφισβητήθηκε αδικαιολόγητα από ορισμένες πλευρές, υποχρέωσε τελικά την κυβέρνηση να προχωρήσει σε νομοθετική παρέμβαση, υποχρέωσε εν τέλει την κυβέρνηση να προχωρήσει σε νομοθετική παρέμβαση. Πρόκειται ασφαλώς για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα ήταν αδιανόητο να αγνοηθεί μια τόσο ξεκάθαρη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας.
Το κρίσιμο ερώτημα που γεννάται, όμως, είναι εάν με την επικείμενη νομοθετική παρέμβαση εφαρμόζεται πλήρως το πνεύμα και το περιεχόμενο της απόφασης ή τελικά επιλέγεται μια περιορισμένη εκδοχή συμμόρφωσης. Ο Άρειος Πάγος δεν διαχώρισε τους δανειολήπτες σε κατηγορίες. Δεν έκρινε διαφορετικά για όσους εξακολουθούν να έχουν ενεργή ρύθμιση, για όσους ολοκλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους ή για εκείνους που έχασαν την προστασία τους στην πορεία εξαιτίας του υπέρογκου εκτοκισμού. Το ζήτημα που έκρινε ήταν κοινό για όλους και αφορά τον τρόπο υπολογισμού του τόκου επί της ρυθμισμένης οφειλής.
Γι’ αυτό και προκαλεί εύλογο προβληματισμό η επιλογή να περιοριστεί η αποκατάσταση μόνο σε ορισμένες κατηγορίες δανειοληπτών που υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Αν τελικά επιβεβαιωθεί νομοθετικά μια τέτοια προσέγγιση, θα δημιουργηθεί μια προφανής αντίφαση. Πολίτες που επηρεάστηκαν από την ίδια πρακτική και δικαιώθηκαν από την ίδια απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου να αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα. Η επικείμενη νομοθετική παρέμβαση φαίνεται να επικεντρώνεται κυρίως στην μείωση της διάρκειας αποπληρωμής των οφειλών. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου εφαρμόζεται πλήρως. Η συντόμευση του χρόνου εξόφλησης δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με την πλήρη αποκατάσταση των συνεπειών που προκάλεσε ο εσφαλμένος τρόπος υπολογισμού.
Εάν η εφαρμογή της απόφασης εξαντληθεί μόνο στο σκέλος αυτό, αποκλείοντας εναλλακτικά, είτε την διεκδίκηση ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, είτε άλλες μορφές ουσιαστικής προσαρμογής των οφειλών, όπως η απομείωση του κεφαλαίου κατά τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά με αντίστοιχη επίδραση στην μηνιαία δόση, τότε εύλογα θα τεθεί το ερώτημα, αν η συμμόρφωση ανταποκρίνεται πραγματικά στο εύρος της δικαστικής κρίσης και η απάντηση θα είναι αρνητική.
Το θέμα, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Όταν η Δικαιοσύνη κλείνει οριστικά μια εκκρεμότητα που ταλαιπώρησε χιλιάδες οικογένειες και δίνει μια σαφή απάντηση, κανείς δεν δικαιούται να επανακαθορίζει το εύρος της δικαίωσης ή να δημιουργεί πολίτες δύο ταχυτήτων μέσω εξαιρέσεων και διαχωρισμών.
Ο Άρειος Πάγος δικαίωσε τους δανειολήπτες. Η πλήρης εφαρμογή της απόφασης είναι πλέον ζήτημα θεσμικής συνέπειας, σεβασμού προς το κράτος δικαίου και ίσης μεταχείρισης όλων των πολιτών.

