Έπειτα από 16 χρόνια, κι ενώ η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι εξιχνίασε τη δολοφονική επίθεση
Το… χαρτί της τρομοκρατίας φαίνεται πως ρίχνει στο τραπέζι η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να αλλάξει το βαρύ κλίμα που έχει διαμορφωθεί μετά τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και την ακρίβεια που είναι ο καθημερινός βραχνάς για τους πολίτες. Δεκαέξι χρόνια μετά τον φονική εμπρησμό στο υποκατάστημα της Marfin, η Ελληνική Αστυνομία και το λεγόμενο «ελληνικό FBI» προχώρησαν χθες σε νέες συλλήψεις (σ.σ.: καθώς οι προηγούμενοι κατηγορούμενοι πριν από 10 χρόνια είχαν αθωωθεί) κατά διαβολική σύμπτωση λίγους μήνες πριν από τις εθνικές εκλογές.
Το ερώτημα που κυριαρχεί στα δημοσιογραφικά γραφεία δεν είναι μόνο «ποιοι έβαλαν τη φωτιά», αλλά «γιατί τώρα». Η υπόθεση Marfin παρέμεινε στα αζήτητα από το 2010, με μία δικαστική αθώωση το 2016 «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής», παρά τις μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για οργανωμένη ομάδα δραστών. Η σύμπτωση του χρόνου μεταξύ πολυετών εξαγγελιών, προεκλογικής περιόδου και εντυπωσιακής ανακοίνωσης των συλλήψεων δεν αφήνει αδιάφορους όσους παρακολουθούν τον πολιτικό αντίκτυπο τέτοιων υποθέσεων. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που ένας βαρύς, ανοιχτός εγκληματολογικός φάκελος «ξεκλειδώνει» χρονικά κοντά σε κάλπες.
Κάτι ανάλογο είχε γίνει προεκλογικά και με την υπόθεση της δολοφονίας του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ με τη σύλληψη δύο κατηγορούμενων ως δραστών τον Απρίλιο του 2023, έναν μήνα πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2023, οι οποίοι αθωώθηκαν ομόφωνα στη δίκη τον Ιούλιο του 2024…
Το μακρινό 2010
Στην προκειμένη περίπτωση της Marfin ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης -που ήταν υπουργός Δημόσιας Τάξης και το 2010, όταν συνέβη η τραγωδία-, είχε δηλώσει ήδη τον Μάιο του 2025 ότι ο φάκελος άνοιξε εκ νέου «υπό το φως νέων στοιχείων». Μετά 14 μήνες ακολούθησαν οι συλλήψεις εν μέσω της προεκλογικής περιόδου. Αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος πέρασαν χειροπέδες σε δύο 42χρονους άνδρες, κατοίκους Χαλανδρίου και Κυψέλης, για τον εμπρησμό της 5ης Μαΐου 2010 που στοίχισε τη ζωή στην έγκυο Αγγελική Παπαθανασοπούλου, στον Επαμεινώνδα Τσάκαλη και στην Παρασκευή Ζούλια. Οι δύο άνδρες παρέμεναν ενεργά μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου.

Ενα τρίτο πρόσωπο, μια 46χρονη γυναίκα, ζει τα τελευταία χρόνια στη Βρετανία και έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Οι συλλήψεις δρομολογήθηκαν έπειτα από ένα ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έφτασε πριν από περίπου έναν χρόνο στο «ελληνικό FBI» κατονομάζοντας τα τρία εμπλεκόμενα πρόσωπα, καθώς και άλλα άτομα που φέρεται ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα. Η καταγγελία οδήγησε τους αξιωματικούς του Τμήματος Ανθρωποκτονιών να ανοίξουν ξανά τη δικογραφία, να συγκρίνουν φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό από άλλη δικογραφία με τα στοιχεία της Marfin, εντοπίζοντας κοινά χαρακτηριστικά ενδυμασίας και εμφάνισης. Μάλιστα, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, έγινε σύγκριση των φωτογραφιών ιδιωτών και επαγγελματιών, με νέα μηχανήματα υψηλής ανάλυσης, ενώ ελήφθησαν νέες καταθέσεις ατόμων που πρόσθεσαν σημαντικές λεπτομέρειες για την εξιχνίαση της υπόθεσης.
Από τη συγκριτική ανάλυση του υλικού προέκυψε ότι τα τρία αυτά πρόσωπα που εμπλέκονται και σε άλλη δικογραφία ταυτίζονται ως προς τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, την αμφίεση και την κινησιολογία με τους δράστες του θανατηφόρου εμπρησμού της τράπεζας. Οι Αρχές κατάφεραν να φτάσουν στην ταυτοποίηση των συλληφθέντων μέσα από εκτενή ανάλυση βίντεο από πορείες όπου είχαν τα ίδια ρούχα, αλλά ακάλυπτα τα πρόσωπά τους. Με βάση αυτά τα ευρήματα, η 3η τακτική ανακρίτρια Αθηνών εξέδωσε τα εντάλματα σύλληψης.
Κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και φορώντας αλεξίσφαιρα γιλέκα, οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν χθες το απόγευμα ενώπιον εισαγγελέα με βάση το ένταλμα σύλληψης της ανακρίτριας. Εναντίον τους απαγγέλθηκε δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροήν, ενώ έχουν παραγραφεί πλημμεληματικές αξιόποινες πράξεις. Οι συλληφθέντες έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν την Τρίτη. Η συνήγορός τους, Αννυ Παπαρρούσου, δήλωσε πως «η δικογραφία δεν έχει καν υπόσταση. Καταλαβαίνω πως πρόκειται για συνήθη φάρσα η οποία απλά θα καταρριφθεί».
Η αστυνομική έρευνα συνεχίζεται με την εξέταση των τηλεφωνικών επικοινωνιών των υπόπτων, καθώς μπορεί οδηγήσει σε άλλα πρόσωπα που ενέχονται στις επιθέσεις της 5ης Μαΐου. Για τη 46χρονη ξεκίνησε η διαδικασία για την έκδοσή της στην Ελλάδα από τη Βρετανία με διεθνές ένταλμα σύλληψης.

Το χρονικό της τραγωδίας του 2010 στην Αθήνα
Η τραγωδία στο υποκατάστημα της τράπεζας Marfin είχε σημειωθεί κατά τη διάρκεια μίας από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, στη μαζικότερη πορεία κατά του Μνημονίου, με τη συμμετοχή πάνω από 300.000 διαδηλωτών. Στις 2 το μεσημέρι η πορεία πέρασε από την οδό Σταδίου και το κτίριο της τράπεζας. Τρεις κουκουλοφόροι έσπασαν το τζάμι της εισόδου. Πέταξαν μία μολότοφ και ένα μπουκάλι με βενζίνη, αν και γνώριζαν πως εκείνη την ώρα υπήρχαν εργαζόμενοι μέσα στην τράπεζα.
Μέσα στο κτίριο ήταν εγκλωβισμένοι 25 με 30 εργαζόμενοι. Οι έξοδοι κινδύνου είναι κλειδωμένες και το κτίριο στερούνταν συστημάτων πυρόσβεσης. Λόγω των εύφλεκτων υλικών, ο χώρος γέμισε αμέσως με πυκνό, τοξικό καπνό. Οι υπάλληλοι έτρεξαν προς τους ορόφους για να σωθούν. Κάποιοι κατάφεραν να βγουν στο μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου και να πηδήξουν σε διπλανά κτίρια. Η Πυροσβεστική κατάφερε να απεγκλωβίσει πέντε άτομα. Δυστυχώς, για τρεις εργαζομένους είναι ήδη αργά. Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου 32 ετών, έγκυος, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών, και η Παρασκευή Ζούλια, 32.
Στο παρελθόν είχαν συλληφθεί δύο άτομα για τη δολοφονική επίθεση που συμμετείχαν σε μία ομάδα 12 ατόμων που είχε χωριστεί σε δύο υποομάδες. Μία κατευθύνθηκε προς το βιβλιοπωλείο Ιανός και η άλλη στο υποκατάστημα της Marfin. Οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την εμπλοκή τους και αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς ορούς μετά την απολογία τους, καθώς υπήρξαν κενά στο κατηγορητήριο, ενώ και οι μάρτυρες δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν τους κατηγορουμένους. Τον Οκτώβριο του 2016 οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ομόφωνα από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Ποινές φυλάκισης είχαν επιβληθεί σε τρεις υπευθύνους του υποκαταστήματος της τράπεζας Marfin, τον διευθύνοντα σύμβουλο, τον υπεύθυνο πυρασφάλειας και τη διευθύντρια της τράπεζας. Τα κατηγορητήρια έκαναν λόγο για ελλείψεις στην πυρασφάλεια του κτιρίου, με αποτέλεσμα τρεις υπάλληλοι να χάσουν τη ζωή τους και περισσότεροι από 20 να τραυματιστούν.
