Αυξημένο επίδομα αδείας δικαιούνται το 2026 χιλιάδες εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, μετά την αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μεικτά. Καθώς η περίοδος των θερινών διακοπών βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, το ενδιαφέρον στρέφεται στην ημερομηνία καταβολής, στον τρόπο υπολογισμού και στις ημέρες άδειας που αντιστοιχούν σε κάθε μισθωτό.
Το επίδομα αδείας αποτελεί υποχρεωτική παροχή για όλους τους εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα από το εάν η σύμβασή τους είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Το δικαίωμα στην ετήσια άδεια με αποδοχές θεμελιώνεται από την πρώτη ημέρα απασχόλησης και δεν απαιτείται η συμπλήρωση ενός έτους στον ίδιο εργοδότη.
Πότε καταβάλλεται το επίδομα αδείας
Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να προκαταβάλει τις αποδοχές της άδειας και το επίδομα αδείας κατά την έναρξη της άδειας του εργαζομένου.
Επομένως, δεν υπάρχει μία κοινή ημερομηνία πληρωμής για όλους, όπως συμβαίνει με τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα. Η καταβολή πραγματοποιείται ανάλογα με την ημέρα κατά την οποία αρχίζει η άδεια κάθε μισθωτού.
Παράλληλα, η άδεια πρέπει να χορηγείται το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή του σχετικού αιτήματος. Το ακριβές χρονικό διάστημα καθορίζεται έπειτα από συνεννόηση μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη.
Το επίδομα αφορά αποκλειστικά εργαζομένους με ενεργή εργασιακή σχέση και δεν πρέπει να συγχέεται με το τακτικό επίδομα ανεργίας ή άλλες παροχές της ΔΥΠΑ.
Έως 460 ευρώ με τον νέο κατώτατο μισθό
Η σημαντικότερη αλλαγή για το 2026 προκύπτει από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Από την 1η Απριλίου ο κατώτατος μισθός για τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από τα 880 στα 920 ευρώ μεικτά, ενώ το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών διαμορφώθηκε στα 41,09 ευρώ.
Επειδή το επίδομα αδείας υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές, η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού αυξάνει αυτομάτως και το ποσό που δικαιούνται οι χαμηλόμισθοι.
Για εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ και έχει θεμελιώσει πλήρες δικαίωμα άδειας, το επίδομα ανέρχεται έως τα 460 ευρώ μεικτά. Με τον προηγούμενο κατώτατο μισθό των 880 ευρώ, το αντίστοιχο ποσό έφτανε τα 440 ευρώ.
Για τους εργατοτεχνίτες που αμείβονται με το κατώτατο ημερομίσθιο των 41,09 ευρώ, το ανώτατο επίδομα των 13 ημερομισθίων διαμορφώνεται στα 534,17 ευρώ μεικτά.
Το τελικό ποσό μπορεί να είναι μικρότερο όταν ο εργαζόμενος δεν έχει θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους ετήσιας άδειας, οπότε υπολογίζεται αναλογικά με το διάστημα της απασχόλησής του.
Πώς υπολογίζεται το ποσό
Το επίδομα αδείας υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που θα λάμβανε ο εργαζόμενος εάν εργαζόταν κανονικά κατά το διάστημα της άδειάς του.
Στις τακτικές αποδοχές μπορούν να συνυπολογιστούν σταθερά επιδόματα και προσαυξήσεις, εφόσον καταβάλλονται συστηματικά.
Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό, το επίδομα δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό του μηνιαίου μισθού. Για τους εργαζομένους με ημερομίσθιο, το ανώτατο όριο είναι τα 13 ημερομίσθια.
Το επίδομα είναι ίσο με τις αποδοχές των ημερών άδειας που δικαιούται ο μισθωτός, έως τα συγκεκριμένα ανώτατα όρια. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υπολογίσουν τις ημέρες άδειας, τις αποδοχές και το επίδομά τους μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής του Κέντρου Πληροφόρησης Εργαζομένων και Ανέργων της ΓΣΕΕ.
Τι αλλάζει στην κατάτμηση της άδειας
Περισσότερη ευελιξία προβλέπεται πλέον ως προς τον προγραμματισμό και την κατάτμηση της ετήσιας άδειας. Η βασική αρχή παραμένει ότι η άδεια πρέπει να χορηγείται ενιαία και σε συνεχόμενες ημέρες.
Μπορεί, ωστόσο, να χωριστεί σε περισσότερα χρονικά διαστήματα, έπειτα από έγγραφο αίτημα του εργαζομένου και αποδοχή του εργοδότη.
Στην περίπτωση αυτή, ένα τουλάχιστον τμήμα πρέπει να περιλαμβάνει:
- Πέντε εργάσιμες ημέρες για όσους απασχολούνται με πενθήμερο.
- Έξι εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται με εξαήμερο.
- Δώδεκα εργάσιμες ημέρες όταν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.
Η ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα κατανομής της άδειας ακόμη και σε τέσσερα διαφορετικά χρονικά διαστήματα, εφόσον υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών.
Το αίτημα του εργαζομένου και η απόφαση του εργοδότη δεν χρειάζεται να εγκριθούν από την Επιθεώρηση Εργασίας. Πρέπει, όμως, να διατηρούνται στην επιχείρηση σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή για χρονικό διάστημα πέντε ετών.
