Για δεκαετίες, το πανεπιστημιακό πτυχίο αποτελούσε για τις ελληνικές οικογένειες το ισχυρότερο «διαβατήριο» προς μια καλύτερη ζωή. Η απόκτηση ανώτατης εκπαίδευσης συνδέθηκε με την υπόσχεση της σταθερής εργασίας, της οικονομικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής ανέλιξης. Ωστόσο, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα χιλιάδες νέοι επιστήμονες απέχει σημαντικά από αυτή την προσδοκία, καθώς η ανεργία, η υποαπασχόληση, η ετεροαπασχόληση και οι χαμηλές αποδοχές συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο εργασιακό τοπίο.
Παρότι οι νέοι επενδύουν χρόνια σπουδών, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες και επαγγελματικές πιστοποιήσεις, η ελληνική αγορά εργασίας συχνά αδυνατεί να απορροφήσει το υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Ακόμη και όσοι καταφέρνουν να βρουν εργασία, δεν είναι λίγες οι φορές που απασχολούνται σε αντικείμενα άσχετα με τις σπουδές τους ή αμείβονται με μισθούς που δεν επαρκούν για μια αξιοπρεπή διαβίωση.
Η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στην ανεργία πτυχιούχων
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνουν ότι οι απόφοιτοι πανεπιστημίων εξακολουθούν να έχουν περισσότερες πιθανότητες να εργαστούν σε σχέση με όσους διαθέτουν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει σαφώς χειρότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων χωρών.
Το 2024 η ανεργία των πτυχιούχων ηλικίας 25 έως 34 ετών διαμορφώθηκε περίπου στο 12%, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ κυμαίνεται κοντά στο 5%. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει ότι ακόμη και ένα πανεπιστημιακό πτυχίο δεν αποτελεί πλέον εγγύηση για την εξασφάλιση εργασίας.
Δεν είναι μόνο η ανεργία – Η παγίδα της υποαπασχόλησης
Η δυσκολία δεν περιορίζεται μόνο στην αναζήτηση εργασίας. Ένα μεγάλο ποσοστό νέων επιστημόνων εργάζεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης ή σε διαδοχικές προσωρινές θέσεις, χωρίς ουσιαστικές προοπτικές εξέλιξης και χωρίς σταθερό εισόδημα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, οι οποίοι καλούνται σχεδόν κάθε χρόνο να μετακινούνται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, επιβαρυνόμενοι με υψηλά ενοίκια –ιδιαίτερα σε τουριστικούς προορισμούς– και αυξημένο κόστος διαβίωσης. Ανάλογες συνθήκες αντιμετωπίζουν και εργαζόμενοι σε πολλούς ακόμη επιστημονικούς κλάδους.
Brain waste: Όταν οι πτυχιούχοι εργάζονται σε άσχετες ειδικότητες
Μία από τις μεγαλύτερες στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας είναι η ετεροαπασχόληση, δηλαδή η απασχόληση πτυχιούχων σε θέσεις που δεν απαιτούν πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Εκπαιδευτικοί εργάζονται στην εστίαση, φιλόλογοι σε τηλεφωνικά κέντρα, κοινωνικοί λειτουργοί στο λιανεμπόριο, βιολόγοι σε τμήματα εξυπηρέτησης πελατών και οικονομολόγοι ως πωλητές. Πρόκειται για το φαινόμενο του brain waste, δηλαδή της σπατάλης ανθρώπινου κεφαλαίου.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη αναντιστοιχία μεταξύ σπουδών και εργασίας στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 37% των νέων πτυχιούχων ηλικίας 20 έως 34 ετών εργάζονται σε θέσεις που δεν απαιτούν πανεπιστημιακό τίτλο, γεγονός που σημαίνει ότι περισσότεροι από ένας στους τρεις νέους επιστήμονες απασχολούνται σε θέσεις χαμηλότερων προσόντων.
Χαμηλοί μισθοί παρά τα υψηλά προσόντα
Ακόμη και όταν οι απόφοιτοι βρίσκουν εργασία στο αντικείμενό τους, οι αποδοχές συχνά δεν ανταποκρίνονται στα προσόντα τους.
Πολλοί νέοι επιστήμονες ξεκινούν την επαγγελματική τους πορεία με καθαρές μηνιαίες αποδοχές μεταξύ 850 και 1.100 ευρώ, ακόμη και αν διαθέτουν μεταπτυχιακό τίτλο ή εξειδικευμένες γνώσεις.
Σε κλάδους όπως η εκπαίδευση, οι κοινωνικές επιστήμες και ο πολιτισμός, οι αμοιβές παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από το αυξημένο κόστος ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα. Τα υψηλά ενοίκια, οι αυξημένες τιμές βασικών αγαθών και το κόστος μετακίνησης απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι να εξακολουθούν να διαμένουν με τους γονείς τους ακόμη και μετά τα 30 τους χρόνια.
Ποιοι κλάδοι αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες
Παρότι δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανά πανεπιστημιακό τμήμα, η εικόνα που προκύπτει από μελέτες του ΟΟΣΑ, της Eurostat, ερευνητικών φορέων και τη διαχρονική πορεία της αγοράς εργασίας δείχνει σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιστημονικών πεδίων.
Τα Παιδαγωγικά Τμήματα, οι Φιλολογικές Σχολές, η Ιστορία-Αρχαιολογία και οι Κοινωνικές Επιστήμες εμφανίζουν υψηλό κίνδυνο ανεργίας και πολύ αυξημένα ποσοστά ετεροαπασχόλησης, ενώ οι αρχικές αποδοχές παραμένουν χαμηλές.
Στην Ψυχολογία, τη Νομική και τα Οικονομικά οι προοπτικές χαρακτηρίζονται μέτριες, με σημαντικές διαφοροποιήσεις στις αμοιβές ανάλογα με την επαγγελματική πορεία.
Αντίθετα, η Πληροφορική, οι Πολυτεχνικές Σχολές, η Νοσηλευτική και η Ιατρική εξακολουθούν να παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας, περιορισμένη ετεροαπασχόληση και καλύτερες αποδοχές, γεγονός που τις καθιστά από τους πλέον ευνοημένους κλάδους της αγοράς εργασίας.
Το brain drain συνεχίζεται
Οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές οδηγούν χιλιάδες νέους επιστήμονες στην αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό. Γιατροί, μηχανικοί, ερευνητές, επιστήμονες πληροφορικής αλλά και άλλοι εξειδικευμένοι επαγγελματίες επιλέγουν χώρες που προσφέρουν καλύτερους μισθούς, σταθερό εργασιακό περιβάλλον και μεγαλύτερες δυνατότητες εξέλιξης.
Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα επενδύει σημαντικούς δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους στην εκπαίδευση νέων επιστημόνων, οι οποίοι τελικά αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους σε άλλες οικονομίες.
Το πρόβλημα δεν είναι οι σχολές, αλλά το παραγωγικό μοντέλο
Στη δημόσια συζήτηση επανέρχεται συχνά η άποψη ότι το πρόβλημα οφείλεται στην υπερπαραγωγή πτυχιούχων ή στις επιλογές των ίδιων των φοιτητών. Ωστόσο, η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη.
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να δημιουργεί περιορισμένο αριθμό θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός, το εμπόριο και η εστίαση.
Όταν ένας νέος επιστήμονας δεν μπορεί να αξιοποιήσει τις γνώσεις του, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. Καθυστερούν η οικονομική του αυτονομία, η απόκτηση κατοικίας, η δημιουργία οικογένειας και συνολικά ο σχεδιασμός της ζωής του.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ελλάδα παράγει πολλούς πτυχιούχους, αλλά αν μπορεί να μετασχηματίσει το παραγωγικό της μοντέλο ώστε να δημιουργεί τις θέσεις εργασίας που αντιστοιχούν στο υψηλό μορφωτικό επίπεδο των νέων της, μετατρέποντας τη γνώση σε καινοτομία, την έρευνα σε ανάπτυξη και το πανεπιστημιακό πτυχίο σε πραγματική επαγγελματική προοπτική.
