O θάνατος της μεγάλης Μαίρης Λίντα σε ηλικία ενενήντα ενός ετών μου θύμισε κάτι: Το άλμα που έκανε το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος προς το λαϊκό τραγούδι και παρέσυρε και άλλους θεσμούς στην πόλη. Αναφέρομαι στην παράσταση «Manolis, καρδιά σε τέσσερις χορδές» που είχα και ο ίδιος την ευκαιρία να παρακολουθήσω λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2025 στην Μονή Λαζαριστών στην αίθουσα «Σωκράτης Καραντινός».
Το πρωτότυπο θεατρικό έργο που υπέγραψαν η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης βασίστηκε σε πρωτογενές υλικό που εμπιστεύτηκε στους συγγραφείς ο απόγονός του Διαμαντής Χιώτης και εστίαζε πολύ στο να αναδείξει πόσες δυσκολίες βρήκε ο Χιώτης και αργότερα η Λίντα στον δρόμο τους για να φθάσουν στην κορυφή.
Αποκαλύπτει επίσης τον μοναχικό και μελαγχολικό χαρακτήρα του Χιώτη που κρυβόταν πίσω από τις χαρούμενες μελωδίες, το τραγούδια και βεβαίως πίσω από το περιποιημένο μουστάκι του. Πόσα έκρυβε εκείνο το μουστάκι! Αυτό που μου έμεινε εκείνη την βραδιά στην Μονή Λαζαριστών ήταν ο παγκόσμιος Χιώτης και η παγκόσμια Λίντα. Ο οικουμενικός ήχος τους.
Τους κάλεσε όταν έκαναν περιοδεία στην Αμερική ο πρόεδρος Τζόνσον να παίξουν και να τραγουδήσουν με το τετράχορδο για τα γενέθλια του μέσα στον Λευκό Οίκο. Για να αποδειχθεί ότι χωρά η «εξευγενισμένη» Ανατολή μέσα στη βαθιά Δύση. Με άνεση.
Το τόλμημα του καλλιτεχνικού διευθυντή Αστέριου Πελτέκη, για το οποίο συνεχάρην τότε και τον ίδιο αλλά και την πρόεδρο του ΚΘΒΕ, ομότιμη καθηγήτρια της Νομικής, την κυρία Γιαννούλα Καρύμπαλη-Τσίπτσιου, δεν έπεσε από τον ουρανό. Είχαν προηγηθεί οι βιογραφικές ταινίες για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με την Καραμπέτη και για τον Στέλιο Καζαντζίδη με τον Μάστορα ενώ ακολούθησε και η παράσταση των Αθερίδη-Σταυροπούλου και για τον Ζαμπέτα.
Ωστόσο το σημαντικό είναι ότι ο Πελτέκης δεν έμεινε στις δάφνες αυτής της πρώτης παράστασης για τον Χιώτη. Έκανε μεγαλύτερο άλμα με την θεατρική διασκευή της ταινίας «Αυτή η Νύχτα μένει» στο Βασιλικό Θέατρο.
Επρόκειτο για ένα έργο που αφορούσε θεωρητικά τη νύχτα, τα σκυλάδικα της δεκαετίας του 1980 και την ντεκαντάνς του σοσιαλιστικού νεοπλουτισμού, αλλά στην ουσία ήταν μία ηθογραφία της εποχής που έφερε η αλλαγή. Η «αποενοχοποίηση» των πολιτιστικών κέντρων και οι κώδικες μεταξύ των αστεριών της μαρκίζας. Σκληρή ηθογραφία ενίοτε, ακόμη και με βιασμούς, μα έδειχνε ζωή. Πολλή ζωή. Τη νύχτα ζυγίζεις καλά τη ζωή. Την χαρά και τη λύπη. Το πάθος και τον πειρασμό. Τη λογική και το παράλογο. Οι άνθρωποι είναι αλλιώς. Πιο ελεύθεροι.
Υπό αυτήν την έννοια, ο θάνατος της Λίντα που μας ξύπνησε να γράψουμε αναδρομικά για τις μεταρρυθμίσεις ενός ΚΘΒΕ που παίζει και Τσέχωφ και Χιώτη, και Βυσσινόκηπο και Πίντερ αλλά και Καναράκη, είναι αφορμή να πούμε κάτι ακόμη: Ότι το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος που τολμά εκεί που δεν τολμά το Αθηναικό Εθνικό Θέατρο πρέπει στο μέλλον να συνεχιστεί και με άλλες βιογραφικές παραστάσεις: Με Παπάζογλου, με Σαββόπουλο, με Μαρινέλα, με Χριστιανόπουλο, με Πεντζίκη αν γίνεται, με κάποια ηγετική μορφή της Εκκλησίας μας ίσως όπως ένας Πατριάρχης που θυσιάστηκε για το Έθνος. Αυτό και αν θα είναι τόλμημα!
Το Κρατικό Θέατρο πρέπει να είναι και αστικό και λαϊκό. Και κοσμοπολίτικο και εθνικό. Στη θέση του Αστέριου θα πήγαινα μία Τρίτη ή μία Πέμπτη και στην θρυλική «Δόμνα» στην Άνω Πόλη, για να μάθω για τα μυστηριακά διονυσιακά γλέντια του Μίκη και του Μάνου και άλλων κορυφαίων μας εκεί ψηλά στα προσφυγικά.
Το Κρατικό Θέατρο μας πρέπει να είναι και τοπικό και παγκόσμιο για έναν απλό λόγο. Γιατί ο Ελληνισμός είναι Οικουμενικός. «Ελλάδα είναι το βλέμμα μου, ο τρόπος που κοιτάζω τον κόσμο», όπως θα έλεγε και η Λίνα Νικολακοπούλου.
ΠΗΓΗ: thitanews.gr
