«Η Μεσόγειος των προγόνων μας δεν υπάρχει πια. Πολλές από αυτές τις αλλαγές είναι μη αναστρέψιμες», προειδοποιεί ο θαλάσσιος βιολόγος Ερνέστο Ατζούρο, αποτυπώνοντας την τραγική πραγματικότητα που βιώνουν οι παράκτιες κοινότητες.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η κλιματική αλλαγή –που προκαλείται κυρίως από τη χρήση ορυκτών καυσίμων– έχει μετατρέψει τη Μεσόγειο Θάλασσα σε «θερμό σημείο» (hot spot), με τη θερμοκρασία των υδάτων της να αναμένεται να αυξηθεί από 2 έως 6 βαθμούς Κελσίου έως το 2100. Επειδή πρόκειται για μια κλειστή λεκάνη, η θερμότητα εγκλωβίζεται, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για τη ραγδαία εξάπλωση ξενικών ειδών που φτάνουν κυρίως μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Περισσότερα από 1.000 εισβολικά είδη
Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περίπου 1.000 εισβολικά είδη στη Μεσόγειο, εκ των οποίων τα 800 έχουν ήδη εγκατασταθεί μόνιμα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο λαγοκέφαλος, ένας από τους πιο επικίνδυνους εισβολείς, καθώς είναι άκρως τοξικός και θανατηφόρος για τον άνθρωπο αν καταναλωθεί. Παράλληλα, το λιονταρόψαρο, που εμφανίστηκε στην Ανατολική Μεσόγειο το 2012, επεκτείνεται ραγδαία προς τα δυτικά, προκαλώντας σοβαρούς τραυματισμούς με τα δηλητηριώδη αγκάθια του και εκτοπίζοντας ντόπια εμπορικά ψάρια όπως η κουτσομούρα. Την ίδια ώρα, το αγριόψαρο (Γερμανός) καταναλώνει τα φύκια του βυθού, καταστρέφοντας το φυσικό ενδιαίτημα πολλών αυτόχθονων οργανισμών.
Η ζημιά στην τοπική πανίδα είναι ήδη τεράστια. Στα ρηχά νερά της Ανατολικής Μεσογείου έχει χαθεί το 93% του πληθυσμού των μαλακίων, ενώ στην Αδριατική καταγράφηκαν μαζικοί θάνατοι μυδιών όταν η θερμοκρασία του νερού ξεπέρασε τους 30°C.
Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης;
Οι ειδικοί τονίζουν ότι είναι πλέον αργά για να αντιστραφεί πλήρως η εξάπλωση, ωστόσο υπάρχουν μέτρα μετριασμού των επιπτώσεων. Μία λύση είναι η εμπορική εκμετάλλευση και η προώθηση της κατανάλωσης βρώσιμων εισβολικών ειδών, όπως το λεοντόψαρο, ή η επιδότηση των αλιέων για την αλίευση και θανάτωση επικίνδυνων ψαριών.
Επιπλέον, κρίνεται απαραίτητος ο αυστηρός έλεγχος των πλοίων μέσω της διεθνούς συνθήκης για τη διαχείριση του θαλάσσιου έρματος (ballast water), ένα μέτρο που μπορεί να μειώσει την είσοδο νέων ειδών έως και 99%. Τέλος, απαιτείται προσαρμογή των αλιευτικών πολιτικών και στήριξη των αυτόχθονων οργανισμών που εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις νέες συνθήκες.
