Είπε ο σημιτόφρων και συνάμα κουλίστας υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης (τη Δευτέρα 27 Ιουλίου) στη Βουλή απευθυνόμενος στη Ζωή Κωνσταντοπούλου: «Θυμίζετε κάποιους στρατιώτες Γιαπωνέζους, οι οποίοι πολεμούσαν στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο σε κάτι νησιά εκεί στον Ειρηνικό. Ο πόλεμος είχε τελειώσει, αλλά αυτοί, πιστεύοντας ότι ο πόλεμος συνεχίζεται, παρέμειναν εκεί στα νησιά. Τους βρήκαν είκοσι χρόνια μετά».
Ο άνθρωπος που έγινε βουλευτής το 1996 με το ΠΑΣΟΚ που ήδη είχε προλάβει να διαπράξει το όνειδος των Ιμίων νόμιζε ότι με αυτόν τον παραλληλισμό με τους… Γιαπωνέζους μείωνε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Δεν ήξερε πόσο τιμητικό για εκείνην ήταν το σχόλιο. Την τιμή, φυσικά, την κατάλαβαν μόνο οι άνθρωποι που ντράπηκαν με τα Ιμια και την προδοσία του Οτσαλάν και ασφυκτιούσαν από την αποφορά του σημιτικού καθεστώτος. Οι λοιποί σίγουρα νόμισαν ότι είναι μειωτικός ο παραλληλισμός.
Αυτοί, λοιπόν, οι Ιάπωνες στρατιώτες και αξιωματικοί που παρέμειναν επί χρόνια «σε κάτι νησιά εκεί στον Ειρηνικό» και αρνήθηκαν να παραδοθούν, συνεχίζοντας να τηρούν και να τιμούν τον όρκο τους στον αυτοκράτορα και στην πατρίδα, δεν ήταν πασοκτζήδες. Δεν ευχαρίστησαν τους Αμερικανούς για την ευκαιρία που τους δόθηκε να υποστείλουν τη σημαία τους από εθνικό έδαφος. Οι Ιάπωνες που παρέμειναν επί χρόνια «σε κάτι νησιά εκεί στον Ειρηνικό» επέλεξαν να πολεμήσουν τον εχθρό χωρίς καμία κάλυψη, χωρίς ενισχύσεις, χωρίς τροφή και στέγη, κρυπτόμενοι στη ζούγκλα.
Κορυφαία περίπτωση τέτοιου πολεμιστή ο Χιρόο Ονόντα (1922-2014). Ηταν αξιωματικός πληροφοριών του ιαπωνικού στρατού, ο οποίος στάλθηκε το 1944 στο νησί Λουμπάνγκ των Φιλιππίνων. Πριν αποχωρήσει, έλαβε εντολή να συνεχίσει την αντίσταση και να μην παραδοθεί ποτέ, εκτός αν λάμβανε διαταγή από ανώτερό του. Οταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε το 1945, οι Σύμμαχοι έριξαν φυλλάδια που ανακοίνωναν την παράδοση της Ιαπωνίας. Ο Ονόντα πίστεψε ότι επρόκειτο για προπαγάνδα και συνέχισε να ζει κρυμμένος στη ζούγκλα μαζί με λίγους συντρόφους του. Για σχεδόν 30 χρόνια επιβίωνε κυνηγώντας, κλέβοντας τρόφιμα και πραγματοποιώντας επιθέσεις, θεωρώντας ότι ο πόλεμος συνεχιζόταν. Και συνεχιζόταν, τουλάχιστον ο δικός του.
Με τον καιρό οι σύντροφοί του σκοτώθηκαν ή παραδόθηκαν, όμως εκείνος παρέμεινε μόνος. Ανθρωπος από πέτρα που σκαλίστηκε, άπαξ, από το καθήκον και τον όρκο στον αυτοκράτορα, κι από τότε έμεινε άθικτη, απείραχτη. Το 1974 ένας Ιάπωνας ταξιδιώτης εντόπισε τον Ονόντα κι ενημέρωσε τις Αρχές. Εκείνος δέχθηκε να παραδοθεί μόνο όταν έφτασε στο νησί o ταγματάρχης Γιοσίμι Ταμιγκούτσι, ο άνθρωπος που του είχε δώσει τις τελευταίες εντολές.
Οταν η ιαπωνική κυβέρνηση εντόπισε τον Ταμιγκούτσι (που στο μεταξύ είχε γίνει βιβλιοπώλης), του ζήτησε να πάει στις Φιλιππίνες για να δώσει επίσημη διαταγή στον Ονόντα να καταθέσει τα όπλα. Αυτό κι έγινε. Επιστρέφοντας ο Ονόντα στην Ιαπωνία προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς η ιστορία του θεωρήθηκε μοναδικό παράδειγμα απόλυτης πειθαρχίας, πίστης στο καθήκον και άρνησης συμβιβασμού με το γεγονός ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει.
Ο Ονόντα συγκίνησε πολλούς, ειδικά νέους ανθρώπους, ακόμα και στην Ελλάδα. Οταν η κρατική τηλεόραση (κάπου στις αρχές της δεκαετίες του ’80) είχε αναφερθεί στην περίπτωσή του, ήταν πολλοί οι μαθητές και οι φοιτητές που άρχισαν να διαβάζουν βιβλία για την Ιαπωνία, για τους σαμουράι, για τον κώδικα μπουσίντο, για οτιδήποτε σχετιζόταν με τη χώρα που γέννησε τέτοιες προσωπικότητες.
ΥΓ.: Το γεγονός ότι υπάρχει θαυμασμός και αγάπη για την Ιαπωνία δεν σημαίνει ότι υπάρχει λήθη για τη σφαγή της Νανκίνγκ, που διέπραξαν οι Ιάπωνες σε βάρος των Κινέζων το 1937 ή ότι δεν υπάρχουν θαυμασμός και αγάπη για την Κίνα που υπέστη αυτή την ανθρωποσφαγή. Ἀμφοῖν γὰρ ὄντοιν φίλοιν ὅσιον προτιμᾶν τὴν ἀλήθειαν.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»

