«Πέρασε αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς και οι Γιαννιώτες φρόντισαν αυτά να τα αποφύγουν, και τα απέφυγαν και πήραν προνόμια. Και δεν πήραν προνόμια μόνο οι Γιαννιώτες. Πήρε προνόμια και το Ζαγόρι».
Τάδε έφη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, στις 17/7/2026 στα Ιωάννινα, στα εγκαίνια του ανακαινισμένου τζαμιού Καλούτσιανης.
Η εμετική αποστροφή του Προέδρου της Δημοκρατίας σχετικά με την «αναίμακτη» παράδοση των Ιωαννίνων το 1430, η οποία παρουσιάστηκε σχεδόν ως υπόδειγμα πολιτικής σωφροσύνης και διπλωματικής ευελιξίας φανερώνει τη βαθιά, δομική παθογένεια που διατρέχει τη σύγχρονη ελληνόφωνη ηγετική τάξη. Εχει αποκοπεί οριστικά από την κοινή αντίληψη για τα ιστορικά βιώματα και το πνευματικό περιεχόμενο του Ελληνισμού. Αντιλαμβάνεται το αγαθό της ελευθερίας σαν προϊόν σε σούπερ μάρκετ. Αγοράζεται, πωλείται, ανταλλάσσεται έναντι προνομίων. Αυτή η στάση συμπυκνώνει την έκπτωση της πολιτικής διαδικασίας από άσκηση κοινωνίας και ελευθερίας σε μηχανιστική διαχείριση της επιβίωσης. Η ιστορική διαδρομή μας έχει παύσει από τους άρχοντες να κατανοείται ως τρόπος ύπαρξης, ως συμμετοχή σε κοινό πολιτισμικό, γλωσσικό και εκκλησιαστικό ήθος. Μετετράπη σε έναν στεγνό υπολογισμό οφέλους και ζημίας, όπου η υποταγή βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η παραίτηση από την ελευθερία αναγορεύεται σε «σύνεση».
Πρόκειται για μια νοοτροπία ετερόφωτη, η οποία αναζητά πάντοτε έναν κυρίαρχο προστάτη. Τότε ήταν ο Οθωμανός σουλτάνος, σήμερα οι ανώνυμες και επώνυμες υπερεθνικές δυνάμεις. Μέσω αυτών διατηρείται η νομή της δοτής εξουσίας. Παράλληλα, η στάση αυτή αποκαλύπτει την πλήρη επικράτηση της ετερονομίας και την κατάρρευση της πολιτικής αυτονομίας, καθώς η άρχουσα τάξη λειτουργεί με τρόπο που δείχνει τον βαθμό των εξαρτήσεών της. Αδυνατεί να διανοηθεί τον Ελληνισμό ως αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο, ικανό να δημιουργεί τους δικούς του θεσμούς και να χαράσσει τη δική του πορεία. Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται η πρωθυπουργική δέσμευση περί καταπολέμησης του «νατιβισμού», πίσω από την οποία κρύβεται η συστηματική αποδόμηση της έννοιας της εθνικής ιδιοπροσωπίας, ώστε οτιδήποτε συνδέεται με τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης και των συνόρων να απορρίπτεται ως αναχρονιστικό προς χάριν ενός ομογενοποιημένου, μεταεθνικού συστήματος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν εκλεγεί πρωθυπουργός, σε ομιλία του (στις 11 Ιουνίου 2018) στο Ισραήλ ταύτισε τον νατιβισμό, δηλαδή την αντίληψη ότι οι γηγενείς έχουν προτεραιότητα στον τόπο τους, με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία και υποσχέθηκε να τα αντιμετωπίσει. Αυτή ήταν μία από τις ελάχιστες υποσχέσεις που τήρησε. Η εικόνα των ελληνικών πόλεων την περίοδο της διακυβέρνησής του έχασε πολλά από τα εθνικά χαρακτηριστικά της.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική της ψυχοσύνθεσης αυτής της αφελληνισμένης πολιτικής ελίτ είναι η κυνική ομολογία του υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος δηλώνει διατεθειμένος να χαρακτηριστεί έως και «μειοδότης» προκειμένου να εξασφαλίσει μια «ήρεμη γειτονιά». Η ρητορική αυτή αποκαλύπτει την πλήρη αποσύνδεση της ηγεσίας από το αίσθημα της εθνικής αξιοπρέπειας, καθώς η ειρήνη δεν κατανοείται ως αποτέλεσμα ισχύος και αποτροπής, αλλά ως προϊόν διαρκών υποχωρήσεων. Η ελίτ εμφανίζεται πρόθυμη να αποδεχθεί την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αρκεί να εξασφαλίσει την πρόσκαιρη ηρεμία που εγγυάται τη δική της πολιτική επιβίωση.
Η στάση αυτή επιβεβαιώνει πανηγυρικά τις διαπιστώσεις του Παναγιώτη Κονδύλη, ο οποίος στο έργο του «Θεωρία του Πολέμου»* επισημαίνει ότι μια αδύναμη, παρασιτική άρχουσα τάξη, στερούμενη στρατηγικής σκέψης και αυτόνομης βάσης ισχύος, αναγκαστικά μεταφράζει τη δομική της αδυναμία σε ειρηνευτική φιλοσοφία και κατευναστική τακτική. Οταν μια πολιτική ηγεσία αδυνατεί να παραγάγει δική της ισχύ -οικονομική, στρατιωτική και πολιτισμική-, η μόνη επιλογή που της απομένει απέναντι σε έναν αναθεωρητικό γείτονα είναι ο κατευνασμός. Η σταδιακή διολίσθηση προς την επικυριαρχία του αντιπάλου δεν βιώνεται από αυτή την ελίτ ως τραγωδία, αλλά σαν αναγκαία προσαρμογή, καθώς η νομή της εξουσίας εντός ενός προτεκτοράτου παραμένει εξουσία, και για μια παρασιτική πολιτική τάξη αυτό είναι υπεραρκετό.
Τα αποτελέσματα της Εθνεγερσίας του 1821, με κορυφαίο όλων την ίδρυση ενός ελεύθερου και κυρίαρχου κράτους, δεν διατηρούνται με πνεύμα ηττοπάθειας και «αναίμακτων» παραδόσεων. Η επανάσταση του ’21 δεν έγινε για να ανταλλαγεί η οθωμανική δουλεία με τη σύγχρονη ετερονομία, αλλά για να καταστεί ο ελληνικός λαός αυτεξούσιος. Για να αποτραπεί η ιστορική περιθωριοποίηση του Ελληνισμού, απαιτείται η άρδην αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Η αλλαγή αυτή δεν μπορεί να είναι μια απλή εναλλαγή προσώπων, αλλά μια ριζική μεταμόρφωση της νοοτροπίας και του προσανατολισμού της πολιτικής μας ύπαρξης.
Ο Κονδύλης, στη σελίδα 404 του έργου του «Θεωρία του Πολέμου» αναφέρει: «Βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την “ευρωπαϊκή” και οικονομιστική λύση».
Για να μην ακυρωθούν, λοιπόν, τα αποτελέσματα του 1821 επιβάλλεται η ανάδειξη ηγετικών προσωπικοτήτων με αποδεδειγμένη ηθική ακεραιότητα, επαγγελματική και ψυχολογική αυτοτέλεια, που δεν ψάχνουν μήνα για να τρέφει τους έντεκα, ξεπουλώντας όσα υλικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία του έθνους και της πατρίδας μπορούν και προλαβαίνουν.
Η νέα αυτή ελληνική ηγεσία οφείλει να διακατέχεται από βαθιά επίγνωση του ειδικού βάρους της Ιστορίας μας, της γλώσσας, του πολιτισμού μας ως ζώσες πηγές νοήματος βίου. Παράλληλα, η επανασύνδεση με την κοινοτική παράδοση της Ορθοδοξίας, η οποία ιστορικά λειτούργησε ως το σώμα διαφύλαξης της ελευθερίας και της αλληλεγγύης απέναντι στον κατακτητή, αποτελεί θεμέλιο λίθο για την πολιτισμική μας αναγέννηση. Η αποκατάσταση της εθνικής ισχύος μέσω της έμπρακτης καλλιέργειας της αποτρεπτικής ικανότητας, της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της θεσμικής σοβαρότητας είναι ο μόνος δρόμος. Η κατάσταση είναι οριακή και δεν επιτρέπει άλλες αυταπάτες. Η αποδοχή της λογικής της «αναίμακτης υποταγής» συνιστά τον βέβαιο δρόμο προς την ιστορική εξαφάνιση. Η μόνη αυθεντική απάντηση είναι η ανασύνταξη των δυνάμεων του Ελληνισμού και η διεκδίκηση μιας πραγματικά αυτόνομης και υπερήφανης παρουσίας στον σύγχρονο κόσμο. Υπάρχουμε ελεύθεροι επειδή επικράτησε το «Ελευθερία ή Θάνατος» και όχι το «πωλείται ελευθερία έναντι προνομίων».
*Παναγιώτης Κονδύλης, «Θεωρία του Πολέμου», Εκδόσεις Θεμέλιο, δ’ έκδοση, Αθήνα 1999).
