Το Ιράν εργάστηκε επί δεκαετίες για να «χτίσει» έναν σιιτικό άξονα που εκτεινόταν στο Ιράκ, στη Συρία, στον Λίβανο, στη Γάζα και την Υεμένη. Η αποδυνάμωση της Χαμάς, στη Γάζα, η ανατροπή του Ασαντ στη Συρία, η τοποθέτηση πρωθυπουργού με έγκριση της Ουάσινγκτον στο Ιράκ και η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν είναι εξελίξεις που οδήγησαν σε σημαντική αποδυνάμωση τον σιιτικό άξονα, γεγονός που δημιούργησε ένα κενό γεωπολιτκής επιρροής στην προαναφερθείσα περιοχή, που μέχρι τώρα το κάλυπτε η Τεχεράνη.
Αυτό το κενό καλούνται να καλύψουν τρεις μουσουλμανικές σουνιτικές χώρες, η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία, με τη Συμφωνία της Μέκας, που υπέγραψαν στην Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026. Σε αυτό το σχήμα το Πακιστάν αποτελεί την πυρηνική δύναμη, η Σαουδική Αραβία την πνευματική, ενεργειακή και οικονομική υπερδύναμη και η Τουρκία τη χώρα με ισχυρή αμυντική βιομηχανία και ένοπλες δυνάμεις, που θα αποτελεί και «σύνδεσμο» με το ΝΑΤΟ για συγκερασμό των όποιων ανησυχιών που θα προκαλέσει το εγχείρημα.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχουν γίνει κρούσεις για συμμετοχή και της Αιγύπτου, η οποία, προς το παρόν, βλέπει το εγχείρημα με διστακτικότητα, χωρίς να αποκλείεται η συμμετοχή στο μέλλον της κρίσιμης για την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή χώρας. Η τριμερής αμυντική συμφωνία στοχεύει στην κοινή δράση κατά των περιφερειακών απειλών και την αύξηση της στρατηγικής αλληλεγγύης.
Η συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε στο πλαίσιο των υπηρεσιών του στρατού και της ασφάλειας, περιλαμβάνει την ενίσχυση του συντονισμού στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, τη λειτουργία μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο μεταξύ των χωρών και την εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.
Το γεγονός ότι η συμφωνία υπογράφηκε σε ανώτατο επίπεδο από τους ηγέτες των τριών χωρών, ημέρα Παρασκευή, που είναι η ημέρα προσευχής των μουσουλμάνων, στον ιερότερο τόπο του Ισλάμ, στη Μέκκα, προσθέτει συμβολικό βάρος σε ένα σύμφωνο που βασίζεται σε μακροχρόνιους διμερείς στρατιωτικούς δεσμούς μεταξύ των τριών χωρών.
Ενώ η δήλωση δεν έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με τις δεσμεύσεις ή τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η καθεμία στο πλαίσιο της «Κοινής Συμφωνίας Αμυνας της Μέκκας», ανέφερε ότι το σύμφωνο είχε ως στόχο την ενίσχυση της συλλογικής τους ασφάλειας και την προώθηση της ειρήνης, της ασφάλειας και της σταθερότητας στην περιοχή και πέραν αυτής.
«Το σύμφωνο περιλαμβάνει μια ρήτρα συλλογικής άμυνας. Εχει καθαρά αμυντικό χαρακτήρα, δεσμεύοντας αμοιβαία υποστήριξη μόνο για την άμυνα, δεν στρέφεται εναντίον κάποιου συγκεκριμένου παράγοντα, ήταν ανοιχτή σε άλλες χώρες της περιοχής και δεν καταργεί ούτε αντικαθιστά καμία υπάρχουσα διμερή ή πολυμερή συμφωνία» δήλωσε Τούρκος αξιωματούχος.
Ενώ μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο δεν είχαμε αντίδραση του Ισραήλ, το Ιράν έσπευσε να εκφράσει την αντίδρασή του, με υψηλόβαθμο αξιωματούχο να δηλώνει ότι η συμφωνία αμοιβαίας άμυνας της Σαουδικής Αραβίας με το Πακιστάν και την Τουρκία δεν θα εγγυηθεί την ασφάλεια του βασιλείου.
«Οι Σαουδάραβες πρέπει να γνωρίζουν ότι μια συμφωνία στα χαρτιά με την Τουρκία και το Πακιστάν δεν θα τους προσφέρει ασφάλεια, ακριβώς όπως δεν τους προσέφερε ασφάλεια πολυετής μονόπλευρη υποστήριξη προς τους Αμερικανούς. Αλλάξτε τις πολιτικές σας, ώστε να μη χρειάζεται να ικετεύετε άλλους για ασφάλεια» σχολίασε το μέλος Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας και Εξωτερικής Πολιτικής, βουλευτής του ιρανικού Κοινοβουλίου Εμπραχίμ Ρεζάι στο Χ.
Αμυντική βιομηχανία
Ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αναφερόμενος στην Κοινή Συμφωνία Αμυνας της Μέκκας, ανέφερε ότι αυτή βασίζεται στη συλλογική αποτροπή και θα συμβάλει στην προώθηση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, στην ανάπτυξη κοινών έργων στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Ερντογάν υπενθύμισε ότι επισκέφθηκε τη Μέκκα κατόπιν πρόσκλησης του Σαουδάραβα πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και συναντήθηκε με τον Μπιν Σαλμάν και τον Πακιστανό πρωθυπουργό Σαχμπάζ Σαρίφ.
Υπενθυμίζοντας ότι οι τρεις χώρες υπέγραψαν Κοινή Συμφωνία Αμυνας, ο Ερντογάν δήλωσε: «Αυτή η συμφωνία, που βασίζεται στη συλλογική αποτροπή, θα συμβάλει στην προώθηση της συνεργασίας μας στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, στην ανάπτυξη κοινών έργων στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.
Η συμφωνία, η οποία επιβεβαιώνει επίσης το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, όπως ορίζεται στο άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δεν στοχεύει καμία χώρα και είναι ανοιχτή στη συμμετοχή όλων των αδελφών χωρών που στοχεύουν στην ειρήνη, στην ευημερία και τη σταθερότητα στην περιοχή μας.
Σύμφωνα με το όραμά της για υπεράσπιση της περιφέρειας, η Τουρκία θα διατηρήσει αποφασιστικά την καταρχήν στάση της απέναντι στην επίλυση συγκρούσεων και κρίσεων μέσω διαλόγου και διπλωματίας, με βάση τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Προσεύχομαι στον Θεό η επίσκεψή μας, οι διαβουλεύσεις μας και η συμφωνία που υπογράψαμε να είναι ωφέλιμες για ολόκληρη την περιοχή μας».
Εν αναμονή της αντίδρασης του Ισραήλ και άλλων περιφερειακών και διεθνών παραγόντων, να σημειώσουμε ότι η συμφωνία προβλέπει κοινή αμυντική συνδρομή τύπου άρθρου 5 του ΝΑΤΟ σε περίπτωση που μια εκ των τριών χωρών δεχτεί επίθεση. Αυτό σημαίνει ότι αν το Ιράν επιτεθεί στη Σαουδική Αραβία, θα πρέπει να εμπλακούν σε πόλεμο με το Ιράν η Τουρκία και το Πακιστάν.
Δεν μπορούμε να πούμε τι θα κάνει το Πακιστάν, πάντως η Τουρκία είναι πολύ δύσκολο να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν όχι μόνο επειδή ακολουθεί την πολιτική του «επιτήδειου ουδέτερου», αλλά και επειδή φοβάται ότι ένας πόλεμος με το Ιράν ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την ίδια.
