Ο σπουδαίος Στέλιος Ράμφος άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Αυγούστου 2026, μετά από νοσηλεία σε κλινική των Αθηνών.
Με ένα συγγραφικό αποτύπωμα που ξεπερνά τα 30 συγγράμματα, ο Στέλιος Ράμφος υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς και πολυσυζητημένους στοχαστές της νεότερης Ελλάδας. Το πνευματικό του ταξίδι ολοκληρώθηκε σε ηλικία 87 ετών.
Η αρχή στο ταξίδι του
Γεννημένος στην Αθήνα το 1939, ξεκίνησε την πορεία του από τη Νομική Σχολή Αθηνών. Η νιότη του σημαδεύτηκε από την ενεργή εμπλοκή στην αριστερή ιδεολογία, με παρουσία στη Νεολαία της ΕΔΑ και το περιοδικό Πανσπουδαστική από την οποία όμως αποστασιοποιήθηκε νωρίς, γύρω στο 1963.
Το 1965, πριν καν ολοκληρώσει τις νομικές του σπουδές, βρέθηκε στο Παρίσι για να βυθιστεί στη φιλοσοφία στο Université de Vincennes (Paris 8). Εκεί, στο πνευματικό καζάνι της γαλλικής πρωτεύουσας, συντελέστηκε η μεγάλη του εσωτερική στροφή. Ήρθε σε επαφή με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που τον επηρέασε βαθιά, ενώ παράλληλα ανακάλυψε εκ νέου την αρχαία ελληνική διανόηση, τους Πατέρες της Εκκλησίας και το μυστήριο της Ορθοδοξίας. Στο ίδιο πανεπιστήμιο δίδαξε φιλοσοφία από το 1969 έως το 1974, πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα.
Από την οικουμενική Ορθοδοξία στον Εκσυγχρονισμό
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1975, ο Ράμφος αναδείχθηκε σε έναν από τους κεντρικούς πυλώνες του ρεύματος της «νεοορθοδοξίας», δίπλα σε μορφές όπως ο Χρήστος Γιανναράς και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Σε αυτή τη φάση, το όνομά του συνδέθηκε με την ιδέα της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού, ενώ προσέγγιζε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία μέσα από την αέναη, δραματική σύγκρουση ανάμεσα στο πνεύμα της Ανατολής και τις επιταγές της Δύσης.

Το πνεύμα του παρέμεινε ανήσυχο και μεταβλητό. Από τη δεκαετία του 1990 κι έπειτα, πραγματοποίησε μια θεαματική ιδεολογική μετατόπιση, υιοθέτησε μια καθαρά εκσυγχρονιστική οπτική, φτάνοντας στο σημείο να θεωρεί την παραδοσιακή ορθόδοξο-βυζαντινή νοοτροπία ως ένα από τα βασικά βαρίδια που φρενάρουν την πρόοδο της χώρας.
Ο δημόσιος διανοούμενος
Ο Στέλιος Ράμφος δεν εγκλωβίστηκε ποτέ στον πύργο της ακαδημαϊκής θεωρίας. Δίδαξε με τεράστια απήχηση στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν και αργότερα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, ενώ οι δημόσιες ομιλίες του συγκέντρωναν πολυπληθές κοινό.
Με συχνές εμφανίσεις στην τηλεόραση, συνεντεύξεις στον ελληνικό και διεθνή Τύπο και αρθρωμένο λόγο που επιζητούσε να αναλύσει τη συλλογική ψυχοσύνθεση του Έλληνα, άσκησε βαθιά επιρροή στην πολιτική και πνευματική ελίτ της χώρας. Είτε ως εκφραστής της παράδοσης είτε ως απόστολος του εκσυγχρονισμού, υπήρξε ένας από τους λίγους στοχαστές που κατάφεραν να διαμορφώσουν τον δημόσιο διάλογο και να θέσουν τον δικό τους σφραγίδα στον τρόπο που η σύγχρονη Ελλάδα αυτοπροσδιορίζεται.
