Ουσιαστική αλλαγή στη φορολόγηση των χρημάτων που συγκεντρώνονται σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και ομαδικά συνταξιοδοτικά προγράμματα φέρνει νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Του Κώστα Αποστολόπουλου
Η πρόωρη ρευστοποίηση εξακολουθεί να επιτρέπεται όταν πληρούνται οι νόμιμες και καταστατικές προϋποθέσεις του προγράμματος. Αλλάζει, όμως, ριζικά ο τρόπος φορολόγησης. Σήμερα ο ασφαλισμένος γνωρίζει εκ των προτέρων τον αυτοτελή συντελεστή, ο οποίος εξαρτάται από τα χρόνια συμμετοχής και προσαυξάνεται κατά 50% λόγω πρόωρης εξόδου.
Με το νέο σύστημα η προσαύξηση καταργείται. Αν, ωστόσο, η παροχή καταβληθεί πριν από τη συμπλήρωση των 62 ετών, ολόκληρο το ποσό θα φορολογείται με τη γενική κλίμακα εισοδήματος, ως εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, και όχι με ξεχωριστό προκαθορισμένο συντελεστή.
Διαβάστε ακόμα: Στο μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ οι μεταφορές μέσω IRIS – Πότε μπορεί να επιβληθεί φόρος
Για τους ασφαλισμένους η ηλικία κατά την είσπραξη γίνεται πλέον ο καθοριστικός παράγοντας, ενώ για όσους εξετάζουν έξοδο πριν από τα 62 η χρονιά καταβολής και το συνολικό δηλωθέν εισόδημα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τη διάρκεια συμμετοχής στο πρόγραμμα.
ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ
Το υφιστάμενο σύστημα βασίζεται στη διάρκεια της ασφάλισης. Οσο περισσότερα χρόνια παραμένει κάποιος στο επαγγελματικό πρόγραμμα τόσο χαμηλότερος είναι ο φόρος κατά την καταβολή της παροχής.
Για το εφάπαξ οι αυτοτελείς συντελεστές αρχίζουν από 20% και μειώνονται διαδοχικά σε 15%, 10% και 5% για τη μεγαλύτερη διάρκεια ασφάλισης. Για την περιοδική παροχή, δηλαδή τη συμπληρωματική σύνταξη, οι συντελεστές είναι οι μισοί, 10%, 7,5%, 5% και 2,5%.
Στην πρόωρη ρευστοποίηση οι συντελεστές αυξάνονται κατά 50%. Το 20% γίνεται 30%, το 15% γίνεται 22,5%, το 10% ανεβαίνει στο 15% και το 5% στο 7,5%. Αντίστοιχη προσαύξηση εφαρμόζεται και στις περιοδικές παροχές.
Χαρακτηριστικό του σημερινού συστήματος είναι ότι ο φόρος παραμένει αυτοτελής και δεν συνδέεται με μισθό, σύνταξη ή υπόλοιπα εισοδήματα. Επομένως, ακόμα και όταν η πρόωρη έξοδος κοστίζει ακριβά, η επιβάρυνση μπορεί να υπολογιστεί προτού ληφθεί η απόφαση, χωρίς η παροχή να μεταφέρει αυτομάτως το υπόλοιπο εισόδημα σε υψηλότερα κλιμάκια.
Με το προτεινόμενο σύστημα καταργούνται τόσο η σύνδεση του φόρου με τα χρόνια συμμετοχής όσο και η προσαύξηση 50% στην πρόωρη ρευστοποίηση. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως κατάργηση της φορολογικής «ποινής». Στη θέση της, όμως, το σύνολο της παροχής που καταβάλλεται πριν από τα 62 θα εντάσσεται στην κανονική φορολογική κλίμακα.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα είναι ίδιο για όλους. Ασφαλισμένος με χαμηλό εισόδημα και μικρή παροχή ενδέχεται να φορολογηθεί λιγότερο από ό,τι σήμερα. Αντίθετα, εργαζόμενος με υψηλότερο μισθό ή μεγάλη παροχή μπορεί να δει σημαντικό μέρος του ποσού να περνά στα ανώτερα φορολογικά κλιμάκια.
Η πρόωρη ρευστοποίηση θα προστίθεται στο εισόδημα της χρονιάς. Ασφαλισμένος που λαμβάνει ετήσιο μισθό και ρευστοποιεί 40.000 ή 50.000 ευρώ δεν θα φορολογείται με έναν συγκεκριμένο συντελεστή μόνο πάνω στην παροχή. Το ποσό θα συνυπολογίζεται με τα υπόλοιπα εισοδήματα και ο φόρος θα εξαρτάται από το κλιμάκιο στο οποίο θα φθάσει.
Το νέο καθεστώς καταργεί, συνεπώς, μια ονομαστική φορολογική ποινή, αλλά περιορίζει την προβλεψιμότητα. Πριν από κάθε πρόωρη έξοδο θα απαιτείται εξατομικευμένος υπολογισμός, με βάση τον μισθό, τη σύνταξη, τα λοιπά εισοδήματα και το ύψος της παροχής.
ΧΑΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗ
Η δεύτερη αλλαγή είναι ότι τα χρόνια ασφάλισης παύουν να επηρεάζουν τον συντελεστή για τα νέα ποσά. Σήμερα όποιος παραμένει πολλά χρόνια στο Ταμείο επιβραβεύεται με χαμηλότερη φορολογία. Με το νέο πλαίσιο δύο ασφαλισμένοι ίδιας ηλικίας θα φορολογούνται με τον ίδιο συντελεστή ακόμα και αν ο ένας αποταμίευε επί 25 χρόνια και ο άλλος εντάχθηκε πολύ αργότερα.
Η αλλαγή ευνοεί όσους αποκτούν πρόσβαση στην επαγγελματική ασφάλιση σε μεγαλύτερη ηλικία, καθώς δεν θα επιβαρύνονται λόγω των λίγων ετών συμμετοχής. Παράλληλα, όμως, αποδυναμώνει το φορολογικό κίνητρο για μακροχρόνια αποταμίευση.
Η μετάβαση θα δημιουργήσει λογαριασμούς δύο φορολογικών ταχυτήτων. Τα ποσά που σωρεύτηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 θα συνεχίσουν να φορολογούνται με το προηγούμενο σύστημα, βάσει των ετών ασφάλισης.
Για τα νέα ποσά θα εφαρμόζεται η ηλικιακή φορολόγηση. Ετσι, μια μελλοντική παροχή μπορεί να χρειαστεί να χωριστεί σε διαφορετικά τμήματα, καθένα από τα οποία θα φορολογείται με διαφορετικό τρόπο.
Τι αλλάζει στους συντελεστές
Από τη συμπλήρωση των 62 ετών επανέρχεται η αυτοτελής φορολόγηση, αυτή τη φορά με βάση την ηλικία και όχι τα χρόνια συμμετοχής.
Για παροχές που αρχίζουν να καταβάλλονται από τα 62 έως και τα 67 έτη προβλέπεται συντελεστής 10% για το εφάπαξ και 5% για την περιοδική παροχή, όπως και σε ασφαλισμένους που έχουν συνταξιοδοτηθεί λόγω γήρατος από τον κύριο φορέα και έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος.
Μετά τα 67 οι συντελεστές μειώνονται σε 5% για το εφάπαξ και 2,5% για την περιοδική καταβολή, καθιστώντας ευνοϊκότερη τη φορολογική μεταχείριση για όσους καθυστερούν την είσπραξη.
Η περιοδική παροχή δεν μπορεί να αποτελεί απλή καταβολή σε λίγες δόσεις. Για να φορολογείται με τον χαμηλότερο συντελεστή πρέπει να καταβάλλεται ισοβίως ή για τουλάχιστον 15 χρόνια, με σταθερές ή αυξανόμενες πληρωμές.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ DEAL (ΦΥΛΛΟ 7/8/2026)
ΠΗΓΗ: DEAL

