Υπάρχει ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός που μοιάζει να έχει εγκατασταθεί στο εσωτερικό της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας: ποιος θα καταφέρει να μιλήσει με το μεγαλύτερο κυνισμό στην κοινωνία. Ποιος θα πετάξει την πιο προκλητική ατάκα, ποιος θα δείξει τη μεγαλύτερη απόσταση από την καθημερινότητα των ανθρώπων, ποιος θα μετατρέψει ένα κοινωνικό πρόβλημα σε ατομική ευθύνη.
Μετά τον «μπάφο» του υπουργού Υγείας, ήρθε η δήλωση βουλευτή της ΝΔ για τη βενζίνη. Το μήνυμα, σε απλά ελληνικά, ήταν περίπου το εξής: όποιος δεν έχει 10 ευρώ για βενζίνη, μπορεί να πάρει τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Αυτό δεν είναι απλώς μια άστοχη φράση. Είναι μια ολόκληρη πολιτική αντίληψη συμπυκνωμένη σε λίγες λέξεις.
Ο πολίτης που δυσκολεύεται να βάλει βενζίνη δεν χρειάζεται υποδείξεις για το πώς θα μετακινηθεί. Χρειάζεται μια Πολιτεία που να καταλαβαίνει γιατί δυσκολεύεται. Χρειάζεται εισόδημα που να επαρκεί, δημόσιες υπηρεσίες που να λειτουργούν και μέσα μεταφοράς που να αποτελούν πραγματική και όχι θεωρητική εναλλακτική.
Γιατί εδώ βρίσκεται το μεγάλο κενό της συγκεκριμένης λογικής: ποιος αποφάσισε ότι τα ΜΜΜ μπορούν αυτομάτως να αντικαταστήσουν το αυτοκίνητο;
Μπορεί ένας εργαζόμενος που ξεκινά νωρίς το πρωί να φτάσει έγκαιρα στη δουλειά του; Μπορεί ένας άνθρωπος που εργάζεται σε διαφορετικό σημείο από τον τόπο κατοικίας του να κάνει πολλαπλές ανταποκρίσεις χωρίς να χάσει ώρες; Μπορεί μια οικογένεια με παιδιά, έναν ηλικιωμένο ή έναν άνθρωπο με κινητικές δυσκολίες να εξυπηρετηθεί χωρίς αυτοκίνητο; Υπάρχουν παντού συχνά, αξιόπιστα και οικονομικά δρομολόγια;
Ή μήπως η εξουσία θεωρεί ότι η κοινωνία αποτελείται από ανθρώπους που απλώς επιλέγουν να κυκλοφορούν με αυτοκίνητο επειδή δεν έχουν σκεφτεί την «εναλλακτική»;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της καταγγελίας.
Όταν η κυβέρνηση μετατρέπει την ακρίβεια σε προσωπικό πρόβλημα του πολίτη, τότε δεν αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσκολία· απλώς την μεταφέρει στον ίδιο τον άνθρωπο που τη βιώνει.
Δεν έχεις βενζίνη; Πάρε λεωφορείο. Δεν φτάνει ο μισθός; Κόψε έξοδα; Ακριβαίνει η καθημερινότητα; Προσαρμόσου.
Κάπως έτσι οικοδομείται ένας πολιτικός λόγος στον οποίο η κοινωνία καλείται διαρκώς να προσαρμόζεται στις συνθήκες που δημιουργεί ή δεν διορθώνει η πολιτική εξουσία.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι όλα αυτά λέγονται από ανθρώπους που δεν βρίσκονται στην ουρά της στάσης, δεν περιμένουν το λεωφορείο που καθυστερεί, δεν υπολογίζουν αν θα τους φτάσουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα.
Ο Εμίλ Σιοράν έγραφε για την ανάγκη να στέκεται κανείς απέναντι στους ανθρώπους και στον εαυτό του χωρίς την ασφάλεια της εξουσίας και των πεποιθήσεων. Μόνο που αυτό ακριβώς μοιάζει να απουσιάζει από έναν δημόσιο λόγο που αντιμετωπίζει τον πολίτη από απόσταση ασφαλείας.
Και κάποια αναφορά στον Ντεριντά δεν χρειάζεται να γίνει περίπλοκη φιλοσοφική άσκηση, αρκεί να κρατήσουμε την ουσία: όταν ο φόβος (μας λέει ο Ντεριντά) και η ανασφάλεια γίνονται καθημερινή εμπειρία, η ζωή περιορίζεται σε μια διαρκή προσπάθεια συμμόρφωσης.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχουν λεωφορεία. Το ζήτημα είναι αν υπάρχουν αρκετά λεωφορεία, στις σωστές ώρες, στις σωστές διαδρομές και με κόστος που μπορεί να αντέξει εκείνος που ήδη δεν έχει τα 10 ευρώ για βενζίνη.
Γιατί αν η απάντηση της εξουσίας στην κοινωνία που πιέζεται οικονομικά είναι «πάρε τα ΜΜΜ», τότε η κοινωνία δικαιούται να επιστρέψει την ερώτηση εκεί όπου πραγματικά ανήκει: Τα ΜΜΜ καλύπτουν τις ανάγκες των πολιτών ή απλώς χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για να μην μιλήσουμε για το πραγματικό πρόβλημα;
Και ίσως αυτό να είναι το πιο αποκαλυπτικό σημείο της υπόθεσης. Δεν είναι τα δέκα ευρώ της βενζίνης που πρέπει να μετρηθούν. Είναι η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία. Μια απόσταση που μεγαλώνει κάθε φορά που ένας άνθρωπος ζητά απαντήσεις για την καθημερινότητά του και παίρνει, αντί για πολιτική λύση, μια ακόμη κυνική συμβουλή να «προσαρμοστεί». Κατά τα άλλα θα ακούμε από ακατονόμαστους να λένε ανετυμολόγητες αβελτηρίες και μυσαρούς και κυνοθαρσείς λόγους.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

