Που λέτε, στο σπίτι μας δίπλα, το 1955, ήλθε και έμεινε μια οικογένεια Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη.
Οσο πλησιάζουν οι μέρες που θα μας θυμίζουν τη σφαγή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και τους διωγμούς της Πόλης τόσο θυμάμαι κάποιες παλιότερες εποχές, τότε που αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο και τη σκληρή πραγματικότητα.
Μικρά παιδιά εμείς, πιάσαμε αμέσως φιλίες με τα σχεδόν συνομήλικα αγόρια της οικογένειας των ομογενών. Ούτε ρωτήσαμε τι έγινε ούτε μάθαμε, για πολύ καιρό, τι είχε γίνει στην Πόλη εκείνον τον μαύρο Σεπτέμβριο. Αυτά τα μάθαμε πολύ αργότερα, καθώς οι γονείς μας απέφυγαν να μας τα πουν τότε, ίσως για να μην πληγώσουν τις παιδικές μας ψυχές.
Με είχε εντυπωσιάσει ο μεγάλος αριθμός των παιχνιδιών που είχαν φέρει μαζί τους, καθώς και μια σειρά από περιοδικά στα αγγλικά. «Μπούφαλο Μπιλ», «Πέκος Μπιλ», «Ανθρωπος-νυχτερίδα», «Υπεράνθρωπος», περιοδικά που στα ελληνικά τα είδαμε πολλά χρόνια αργότερα.
«Τα φέραμε απέ την Πόλη» μου είχε πει ο Μάκης κι εγώ άκουγα «Πόλη» και φανταζόμουν κάτι το τεράστιο, το εξωπραγματικό.
Χρόνια αργότερα, στο γυμνάσιο, μιλήσαμε για το Πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν μάθημα κανονικό. Ο καθηγητής μας, ο Αχιλλέας Λαζάρου, μας μίλησε για ένα θέμα το οποίο μέχρι τότε, στα 13 μας, δεν είχαμε αγγίξει!
Βεβαίως, είχα πολλά ακούσει για την καταστροφή της Σμύρνης, για τις σφαγές και τους διωγμούς ων Αρμενίων, για τις οποίες μας είχε μιλήσει ο ντόκτορ φιλοσόφ Ανανίας Χατσατουριάν, ένας συμπαθέστατος Ελληνο-αρμένιος καθηγητής σε κάποιο μεγάλο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, ο οποίος επισκεπτόταν κατά καιρούς τους συγγενείς του και γείτονές μας (μεσοτοιχία) Σαρκίς και Βαρτουή.
Η αφήγηση του καθηγητή μας και ο τρόπος με τον οποίο αφηγείτο άγγιξαν κάτι μέσα μου και έκτοτε ασχολήθηκα επισταμένως με το συγκεκριμένο θέμα.
Εγραψα πολλές φορές, αλλά νομίζω ότι η πένα ενός ανθρώπου που δεν έζησε εκείνες τις εφιαλτικές ημέρες δεν μπορεί να αποδώσει τη θηριωδία του τουρκικού όχλου.
Πολλά χρόνια αργότερα, καλεσμένος σε μια συνάντηση Κωνσταντινουπολιτών, συνάντησα τον Μάκη, το παιδί του διπλανού σπιτιού των παιδικών μας χρόνων.
Μιλήσαμε για ώρα πολλή, μου είπε πράγματα που έζησε, σαν παιδί 6 ετών, μου μίλησε για τον τρόμο της μάνας και του πατέρα του, τους οποίους ξυλοκόπησαν οι εισβολείς του Μεντερές. Μου είπε για τον τρόπο με τον οποίο τους έδιωξαν, που δεν τους άφησαν να πάρουν μαζί πράγματα τα οποία είχαν ιδιαίτερη αξία.
«Και γιατί δεν μου τα είπες τότε, Μάκη;» τον ρώτησα. «Τότε ήθελα να ξεχάσω» μου απάντησε.
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»
