Σαν την Χαλκιδική δεν έχει, πράγματι. Το διαπιστώνουμε και αυτό το καλοκαίρι. Διαπιστώνουμε όμως και κάτι ακόμη. Σταδιακά διαμορφώνεται στα περίφημα «πόδια» της μια ιδιόρρυθμη κατάσταση, ερμαφρόδιτη. Το νέο επελαύνει άναρχα, το παλαιό όμως υπάρχει ακόμη, ανθίσταται, κρατά, δεν υποχωρεί τελικώς.
Από την μία πλευρά είναι η γη και οι ιδιοκτησίες και από την άλλη είναι οι άνθρωποι. Με τα χρόνια, σπίτια, εκτάσεις και επιχειρήσεις αλλάζουν χέρια και από ελληνικά περνούν σε ξένα. Καπιταλισμός, ναι, αλλά η περιοχή είναι ευαίσθητη. Μεγάλες εμβληματικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ελέγχονται πλέον – ουάου- από το κράτος της Σιγκαπούρης. Μεγάλα ακίνητα φιλέτα αγοράζονται από τουρκικές επιχειρήσεις και κτίζονται πολιτείες σε τιμή όσο η απόκτηση της χρυσής βίζας. 400.000 ευρώ. Τόσο αποτιμάται η ιθαγένεια του Έλληνα.
Πολλοί συμπολίτες μας που έζησαν το όνειρο του να έχουν «εξοχικό» στην Χαλκιδική με θέα θάλασσα, αφού το χάρηκαν για δεκαετίες, τώρα, υπό την πίεση της κρίσης, τα «σκοτώνουν» για φερόμενα ποσά της τάξεως των 400.000 -500.000 ευρώ όταν οι αντίστοιχες αξίες σε άλλες περιοχές της χώρας που δεν μοιάζουν με τη Χαλκιδική είναι μεγαλύτερες.
Η δόμηση είναι μάλλον άναρχη. Το πάρκινγκ του Ποσειδίου πουλήθηκε λέγεται με επταψήφιο νούμερο για να γίνει ξενοδοχείο που θα κλείσει την πρόσβαση στον αιγιαλό, ελπίζεται να μην είναι κιτς. Η «ελίτ» των Βαλκανίων με πανάκριβα αυτοκίνητα φιγούρας κάθε μάρκας και βαρέος κυβισμού, που δεν έχουν ούτε οι ξιπασμένοι Έλληνες, κάνει φαντασμένη επίδειξη πλούτου.
Ο πληθυσμός αυξάνει με τον χρόνο αλλά οι υποδομές δεν βελτιώνονται. Το οδικό δίκτυο υπέστη ένα λίφτινγκ πριν από χρόνια αλλά την νύχτα από τα Νέα Μουδανιά και μετά η κατάσταση είναι τραγική. Δρόμοι αφώτιστοι και χωρίς διαγραμμίσεις, λίαν επισφαλείς με οδηγούς διαφορετικής παιδείας και κουλτούρας. Τούρκους, Βουλγάρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Σκοπιανούς ( σύμπτωση) δεν είδαμε πολλούς.
Αυτή είναι η μία πλευρά του λόφου. Η επέλαση του χρήματος. Παγκόσμιου και διεθνούς, τοπικού και βαλκανικού. Χρήματος που σπανίως έχει σεμνότητα, τις περισσότερα φορές έχει αναίδεια και απληστία. Ακόμη και στη μικρότερη κλίμακα. «Δεν κάνουμε κρατήσεις για το βράδυ» λέει ο ιδιοκτήτης ενός ρεστοράν, «εκτός και αν κάνετε κατανάλωση 700 ευρώ». Χωρίς απόδειξη εννοείται. Από την άλλη πλευρά του λόφου, απλός λαϊκός κόσμος που μοιάζει να μην έχει κολλήσει τον ιό της τρυφηλής ζωής και επιμένει στον ελληνικό τρόπο ζωής είναι παρών. Καλλιέργεια λαχανικών από το κτήμα μας.
Όχι εισαγωγής. Έχει ο φίλος μου ο Αλέξης που διατηρεί από το 1974 την ομώνυμη ταβέρνα στο λόφο της Σάνης. Ο κόσμος κατακλύζει την εκκλησιά της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Καλάνδρα για να ακούσει τον πατέρα Νεκτάριο είτε είναι απόγευμα και έχει παράκληση, είτε Κυριακή και έχει λειτουργία. 450 αντίδωρα μοίρασε την Κυριακή από την Ωραία Πύλη. Η τοπική οικονομία απασχολεί κυρίως Ελληνόπουλα, ακόμη και δεκαπεντάχρονα, και δευτερευόντως μέλη της αλβανικής κοινότητας.
Στα δημοτικά σχολεία της περιοχής, όσα δεν έκλεισαν, ανεμίζει ατσαλάκωτη η ελληνική σημαία. Τα σπίτια είναι με πέτρα όπως τα έφτιαξαν οι παππούδες τους οι πρόσφυγες. Άμα ανακατευτείς πολύ με τους ντόπιους αισθάνεσαι ότι δίνουν μια σιωπηρή μάχη για να μην τους πάρει την ταυτότητα ο επελαύνων πλούτος. Τις γεύσεις τους, τα πανηγύρια τους, τα έθιμα τους, τους ήχους της μουσικής, τις λέξεις τους. Όλα. Είναι μια μάχη αθόρυβη και μακρά. Που το κεντρικό κράτος δεν καταλαβαίνει και πολύ.
Άμα είναι γεμάτα τα ταμεία του με ΦΠΑ κάθε βράδυ στην Αθήνα γιατί να το νοιάξει που έκανε την εστίαση Βέλγιο και κλείνει ουσιαστικά από τις 10 το βράδυ, «τότε η τελευταία παραγγελία κύριε». Κάπως έτσι μειώνεται η αίσθηση της ελευθερίας και της απαλλαγής από τις έγνοιες, το θέρος. Ωράριο και στις μπουκιές ! Αλλά ας ήταν μόνο αυτό το πρόβλημά μας. Άλλο είναι: η νόθευση ενός παραδείσου ο οποίος έγινε αυτό που είναι και διατηρείται ακόμη επειδή ξεχώριζε για τις αξίες του. Αυτές ακόμα υπάρχουν αλλά και ταυτόχρονα φθίνουν. Αλλοιώνονται. Χυλός γινόμαστε. Το στοίχημα μας έχουμε ξαναπεί ποιο είναι: να μην σβήσει το κερί. Γιατί αν δεν σβήσει, θα γίνει λαμπάδα ξανά. Ισχύει παντού στην επικράτεια, ισχύει και στην Χαλκιδική μας. Το επίνειο της Θεσσαλονίκης.
ΠΗΓΗ: thitanews.gr
