Τα τελευταία χρόνια ακούμε συχνά για την «ταχεία μείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους» και για τις πρόωρες αποπληρωμές παλαιών δανείων ως απόδειξη ότι η χώρα αφήνει οριστικά πίσω της την εποχή της κρίσης. Κάτι ανάλογο συνέβη και αυτές τις ημέρες, σε συνδυασμό μάλιστα με μία σχετική πανηγυρική δήλωση από τον ίδιο τον Κ. Μητσοτάκη.
- Γράφει Ειδικός συνεργάτης
Η εικόνα δεν είναι ψευδής. Είναι, όμως, μισή. Γιατί, όταν ένα κράτος αποπληρώνει πρόωρα χρέος χρησιμοποιώντας χρήματα που ήδη έχει στην άκρη, συμβαίνουν ταυτόχρονα δύο πράγματα: μειώνεται το χρέος, αλλά μειώνονται και τα μετρητά του κράτους. Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζουμε τους πανηγυρισμούς για τη λεγόμενη «αποχρέωση».
Ενα απλό παράδειγμα: Ας αφήσουμε για λίγο τα δισεκατομμύρια και ας χρησιμοποιήσουμε ένα νοικοκυριό. Εστω ότι κάποιος χρωστά στην τράπεζα 100.000 ευρώ, αλλά έχει 20.000 ευρώ στον λογαριασμό του. Η καθαρή του θέση ως προς αυτό το χρέος είναι ουσιαστικά 80.000 ευρώ.
Αν πάρει 10.000 ευρώ από τις καταθέσεις του και τα δώσει στην τράπεζα, τότε το χρέος του πέφτει στα 90.000 ευρώ και οι καταθέσεις του στα 10.000 ευρώ. Η διαφορά παραμένει 80.000 ευρώ. Εχει μικρότερο δάνειο, αλλά έχει και λιγότερα μετρητά. Αυτό, σε απλουστευμένη μορφή, είναι ακριβώς το ζήτημα που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν ακούμε για πρόωρες αποπληρωμές του Ελληνικού Δημοσίου.
Ακαθάριστο και καθαρό χρέος δεν είναι το ίδιο πράγμα: Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος δείχνει πόσα συνολικά οφείλει το κράτος. Ο ΟΔΔΗΧ, όμως, δημοσιεύει και έναν δεύτερο χρήσιμο δείκτη: το χρέος αφού αφαιρεθούν τα ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης.
Στις 30 Ιουνίου 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το ακαθάριστο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ήταν περίπου 357,58 δισ. ευρώ, τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα ήταν περίπου 31,11 δισ. ευρώ και το αντίστοιχο καθαρό χρέος διαμορφωνόταν περίπου στα 326,47 δισ. ευρώ.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Τι συνέβη μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026; Στο τέλος του 2025 το ακαθάριστο χρέος ήταν περίπου 362,93 δισ. ευρώ.
Εξι μήνες αργότερα είχε πέσει στα 357,58 δισ. ευρώ. Μείωση περίπου 5,35 δισ. ευρώ. Αν κοιτάξει κάποιος μόνο αυτόν τον αριθμό, η εικόνα είναι εντυπωσιακή. Το κράτος φαίνεται ότι μέσα σε έξι μήνες «ξεφορτώθηκε» πάνω από 5 δισ. ευρώ χρέους. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του ισολογισμού. Στο τέλος του 2025 τα ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης ήταν περίπου 39,58 δισ. ευρώ. Στις 30 Ιουνίου 2026 είχαν πέσει στα 31,11 δισ. ευρώ. Δηλαδή μειώθηκαν κατά περίπου 8,47 δισ. ευρώ.
Τα διαθέσιμα
Και έτσι προκύπτει ένα αποτέλεσμα που εκ πρώτης όψεως μοιάζει παράδοξο: το ακαθάριστο χρέος μειώθηκε, αλλά το καθαρό χρέος αυξήθηκε. Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 το καθαρό χρέος ήταν περίπου 323,35 δισ. ευρώ. Στις 30 Ιουνίου 2026 είχε φτάσει στα 326,47 δισ. ευρώ.
Δηλαδή μέσα σε ένα εξάμηνο το καθαρό χρέος αυξήθηκε κατά περίπου 3,12 δισ. ευρώ. Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος αριθμός που λείπει από τη δημόσια συζήτηση και κυρίως από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το δεύτερο τρίμηνο. Στις 31 Μαρτίου 2026, με βάση τα νεότερα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το καθαρό χρέος βρισκόταν περίπου στα 321,19 δισ. ευρώ.
Τρεις μήνες αργότερα είχε ανέβει στα 326,47 δισ. ευρώ. Δηλαδή μέσα στο δεύτερο τρίμηνο του έτους αυξήθηκε κατά περίπου 5,28 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκαν σημαντικές κινήσεις πρόωρης αποπληρωμής χρέους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αποπληρωμές ήταν «εικονικές». Σημαίνει όμως ότι η απλή ανακοίνωση πως «μειώσαμε το χρέος κατά χ δισεκατομμύρια» δεν περιγράφει ολόκληρη την οικονομική πραγματικότητα, εάν δεν αναφέρεται παράλληλα πόσα διαθέσιμα χρησιμοποιήθηκαν.
Τι έγινε με το περίφημο «μαξιλάρι»; Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση. Αν και «σκουπίστηκαν» σε μεγάλο βαθμό, δεν εξαφανίστηκαν όλα τα ταμειακά διαθέσιμα του Eλληνικού Δημοσίου. Στα τέλη Ιουνίου εξακολουθούσαν να υπάρχουν περίπου 31,1 δισ. ευρώ συνολικών διαθεσίμων της Γενικής Κυβέρνησης. Εκείνο που πράγματι μηδενίστηκε ήταν ο ειδικός λογαριασμός του λεγόμενου cash buffer, ο οποίος στο τέλος Μαρτίου του 2026 περιείχε περίπου 5,41 δισ. ευρώ.
Το ίδιο το οικονομικό επιτελείο είχε γνωστοποιήσει ότι αυτά τα χρήματα θα χρησιμοποιούνταν για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων. Eνα σημαντικό τμήμα της πρόωρης αποπληρωμής χρηματοδοτήθηκε πράγματι από ρευστότητα που είχε ήδη συγκεντρώσει το Δημόσιο.
Είναι «κόλπο» οι πρόωρες αποπληρωμές; Oχι. Θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι μια πρόωρη αποπληρωμή δεν έχει οικονομικό όφελος απλώς επειδή μειώνονται ταυτόχρονα τα ταμειακά διαθέσιμα. Η αποπληρωμή ενός δανείου πριν από τη λήξη του μπορεί να προσφέρει πραγματικά οφέλη.
Μπορεί να μειώσει τους τόκους που θα καταβληθούν στο μέλλον, να περιορίσει τις μελλοντικές λήξεις, να μειώσει τις ανάγκες νέου δανεισμού, να περιορίσει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, να βελτιώσει το προφίλ του δημόσιου χρέους. Με απλά λόγια, το κράτος μπορεί να θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να διατηρεί 40 δισ. ευρώ στην άκρη και ότι είναι οικονομικά προτιμότερο να χρησιμοποιήσει ένα μέρος τους για να σβήσει παλαιότερες υποχρεώσεις.
Αυτό είναι μια στρατηγική διαχείρισης χρέους. Το πρόβλημα αρχίζει καταρχάς όταν παρουσιάζεται επικοινωνιακά σαν να εξαφανίστηκε πραγματικός καθαρός δανεισμός αντίστοιχου ύψους. Γιατί τότε η εικόνα γίνεται παραπλανητική. Το σωστό ερώτημα δεν είναι «μειώθηκε το χρέος;». Το σωστό ερώτημα είναι «με τι χρήματα μειώθηκε;».
Αν ένα κράτος δημιουργεί μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα, συγκεντρώνει νέο πλούτο και με αυτόν αποπληρώνει χρέος, έχουμε μια μορφή ουσιαστικής αποχρέωσης. Αν, αντίθετα, χρησιμοποιεί ένα ήδη υπάρχον απόθεμα ρευστότητας για να αποπληρώσει υποχρεώσεις, έχουμε κατά κύριο λόγο αλλαγή στη σύνθεση του ισολογισμού του: λιγότερο χρέος από τη μία πλευρά, λιγότερα μετρητά από την άλλη.
Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό. Αλλά είναι κάτι διαφορετικό. Γιατί μας ενδιαφέρει πόσα μετρητά έχει το κράτος; Επειδή η ρευστότητα έχει αξία. Eνα μεγάλο ταμειακό απόθεμα επιτρέπει στο Δημόσιο να καλύπτει τις ανάγκες του ακόμη και την περίπτωση που οι διεθνείς αγορές περάσουν μια περίοδο αναταραχής. Λειτουργεί σαν ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Αν αύριο ξεσπάσει μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση, ένας γεωπολιτικός κλυδωνισμός ή μια απότομη άνοδος των επιτοκίων, ένα κράτος με πολλά διαθέσιμα έχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση υπερβολικά πολλών μετρητών ενώ ταυτόχρονα πληρώνονται τόκοι για χρέος μπορεί επίσης να κοστίζει. Επομένως, η πραγματική συζήτηση δεν είναι αν πρέπει να έχουμε «πολλά» ή «λίγα» διαθέσιμα. Είναι αν η σχέση ανάμεσα σε διαθέσιμα, κόστος χρέους και μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες είναι σωστά ισορροπημένη.
Συναλλαγες
Υπάρχει και ένας μεγαλύτερος ελέφαντας στο δωμάτιο. Oσο συζητάμε για το αν το δημόσιο χρέος μειώθηκε κατά μερικά δισεκατομμύρια περισσότερο ή λιγότερο, υπάρχει ένα δεύτερο πρόβλημα που ίσως είναι ακόμη σημαντικότερο για τη μακροχρόνια πορεία της χώρας: το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.
Το 2019 βρισκόταν περίπου στο 1,5% του ΑΕΠ. Το 2022 εκτινάχθηκε περίπου στο 10,3%. Το 2023 υποχώρησε στο 6,4%, το 2024 βρέθηκε στο 7,2% και το 2025 περίπου στο 5,7% του ΑΕΠ. Παρά τις διακυμάνσεις, η εικόνα δείχνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αγοράζει από το εξωτερικό πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες απ’ όσα μπορεί να καλύψει από τις αντίστοιχες εξωτερικές της εισπράξεις.
Και αυτό μας φέρνει στην πραγματική συζήτηση περί βιωσιμότητας. Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι λογιστική, αλλά παραγωγική. Eνα κράτος μπορεί να αναδιαρθρώσει το χρέος του. Μπορεί να επιμηκύνει λήξεις. Μπορεί να αποπληρώσει πρόωρα δάνεια. Μπορεί να μειώσει το κόστος εξυπηρέτησης. Oλα αυτά έχουν αξία. Δεν μπορούν όμως από μόνα τους να λύσουν ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα: μια οικονομία που εξακολουθεί να χρειάζεται μεγάλο όγκο εισαγωγών κάθε φορά που αυξάνεται σημαντικά η εγχώρια ζήτηση.
Eνα μέρος της εντυπωσιακής εξωτερικής προσαρμογής που καταγράφηκε στα χρόνια της κρίσης συνδεόταν με τη μεγάλη πτώση της κατανάλωσης και των εισαγωγών. Oταν η οικονομία και η κατανάλωση ανέκαμψαν, το εξωτερικό έλλειμμα επανεμφανίστηκε σε υψηλά επίπεδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν άλλαξε τίποτε από το 2009.
Σημαίνει όμως ότι η παραγωγική και εξαγωγική αναδιάρθρωση δεν έχει προχωρήσει στον βαθμό που θα απαιτούνταν για να εξαφανιστεί αυτή η χρόνια εξωτερική ευπάθεια. Και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από έναν πανηγυρισμό για μερικά δισεκατομμύρια πρόωρων αποπληρωμών.
Ο αριθμός που πρέπει να θυμόμαστε: Η ιστορία του πρώτου εξαμήνου του 2026 μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις αριθμούς:
■ Ακαθάριστο χρέος: -5,35 δισ. ευρώ.
■ Ταμειακά διαθέσιμα: -8,47 δισ. ευρώ.
■ Καθαρό χρέος: +3,12 δισ. ευρώ.
Αυτοί οι αριθμοί αποδεικνύουν κάτι πολύ συγκεκριμένο: ότι η μείωση του ακαθάριστου χρέους δεν είναι το ίδιο πράγμα με ισόποση πραγματική αποχρέωση της χώρας.
Και όποιος θέλει να παρουσιάσει στους πολίτες την πλήρη εικόνα οφείλει να δείχνει και τις δύο πλευρές. Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα έχει βελτιώσει όντως τη διαχείριση του δημόσιου χρέους της και οι πρόωρες αποπληρωμές μπορούν να μειώσουν τόκους και μελλοντικούς χρηματοδοτικούς κινδύνους. Αυτό όμως είναι κάτι δυνητικό που υπόκειται και σε άλλες παραμέτρους που έχουν σχέση με το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον αλλά και τις πολιτικές επιλογές της κάθε συγκυρίας. Με άλλα λόγια, αυτό που γίνεται είναι μια επικοινωνιακή «αγορά αξιοπιστίας» προς τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αλλά με τεράστιο ρίσκο.
Ρευστότητα
Το απολύτως βέβαιο στην παρούσα φάση είναι ότι μέρος αυτών των αποπληρωμών πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας ήδη συσσωρευμένα ταμειακά διαθέσιμα. Και αυτό επιτρέπει η πτώση του ακαθάριστου χρέους να δίνει πολύ καλύτερη εικόνα από εκείνη που προκύπτει αν εξετάσουμε ταυτόχρονα και τη μείωση της κρατικής ρευστότητας. Κι αν ο ισχυρισμός ότι «όλα είναι ένα λογιστικό τέχνασμα» είναι υπερβολικός, το ίδιο ισχύει και για τον πανηγυρισμό της άλλης πλευράς -προεξάρχοντος του πρωθυπουργού- ότι «η χώρα ξεχρεώνει με θεαματικούς ρυθμούς».
Η πραγματικότητα είναι απλή: H Ελλάδα αλλάζει τη σύνθεση του ισολογισμού της, μειώνοντας χρέος, αλλά χρησιμοποιώντας παράλληλα μέρος της ρευστότητάς της. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδειχτεί πραγματικά επιτυχημένη δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο χαμηλότερο θα εμφανίζεται το ακαθάριστο χρέος. Θα κριθεί από το αν μειώνεται μακροχρόνια το πραγματικό βάρος εξυπηρέτησης, αν παραμένει επαρκής η χρηματοδοτική ασφάλεια της χώρας και -κυρίως- αν η ελληνική οικονομία αποκτήσει επιτέλους την παραγωγική βάση που θα της επιτρέπει να αναπτύσσεται χωρίς να επιστρέφει διαρκώς σε μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, κάτι που δεν συμβαίνει έως τώρα.
Η πραγματική αποχρέωση δεν είναι απλώς να μεταφέρονται χρήματα από τον λογαριασμό καταθέσεων στον λογαριασμό του δανείου. Είναι να γίνεται η χώρα οικονομικά ισχυρότερη, ώστε το χρέος να πάψει να λειτουργεί ως μόνιμη τροχοπέδη.
Πώς μια χώρα ΔΕΝ πλουτίζει επειδή απλώς αυξήθηκε το ΑΕΠ
Η θεαματική υποχώρηση του ελληνικού δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ δεν οφείλεται μόνο σε πραγματική αποπληρωμή χρέους. Σημαντικό μέρος της προκύπτει επειδή αυξάνεται γρήγορα ο παρονομαστής του κλάσματος, δηλαδή το ονομαστικό ΑΕΠ.
Και το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται όχι μόνο επειδή παράγονται περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες, αλλά και επειδή ανεβαίνουν οι τιμές. Ο πληθωρισμός αυξάνει σε ευρώ την αξία των συναλλαγών, των τζίρων, των εισοδημάτων και τελικά του ίδιου του ΑΕΠ. Ετσι, ακόμη και αν το χρέος σε απόλυτα ευρώ μειώνεται λίγο ή παραμένει πολύ υψηλό, ως ποσοστό ενός ταχύτερα αυξανόμενου ονομαστικού ΑΕΠ μπορεί να εμφανίζει εντυπωσιακή πτώση.
Παράλληλα, σημαντικό μέρος της ελληνικής μεγέθυνσης εξακολουθεί να στηρίζεται σε κλάδους όπως ο τουρισμός, οι υπηρεσίες, η κατανάλωση, οι κατασκευές και το real estate. Ολοι αυτοί οι κλάδοι δημιουργούν οικονομική αξία. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν παράλληλα δημιουργείται αρκετή παραγωγική, βιομηχανική, τεχνολογική και εξαγωγική δυναμικότητα υψηλής προστιθέμενης αξίας, ικανή να αυξάνει διαχρονικά τα πραγματικά εισοδήματα και να περιορίζει την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη μεγέθυνση του ονομαστικού ΑΕΠ και στη βαθύτερη παραγωγική ενίσχυση μιας οικονομίας. Μια χώρα δεν γίνεται αναγκαστικά κατά 6% πλουσιότερη επειδή το ονομαστικό ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 6%. Αν, για παράδειγμα, περίπου 2% προέρχεται από αύξηση της πραγματικής παραγωγής και το υπόλοιπο από υψηλότερες τιμές, τότε η πραγματική οικονομική μεγέθυνση είναι πολύ μικρότερη από εκείνη που υποδηλώνει ο ονομαστικός αριθμός.
Γι’ αυτό η πτώση του λόγου χρέους/ΑΕΠ δεν πρέπει να συγχέεται με ισόποση μείωση των ευρώ που πραγματικά οφείλει το Δημόσιο ούτε με αντίστοιχη αύξηση του πραγματικού παραγωγικού πλούτου της χώρας. Η ουσιαστική βελτίωση θα ήταν διαφορετική: να μειώνεται το χρέος σε απόλυτους και καθαρούς όρους, ενώ ταυτόχρονα αυξάνονται η παραγωγικότητα, οι επενδύσεις σε παραγωγικό κεφάλαιο, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας και η δυνατότητα της οικονομίας να αναπτύσσεται χωρίς κάθε άνοδος της εγχώριας ζήτησης να συνοδεύεται από μεγάλη αύξηση των εισαγωγών και νέο εξωτερικό έλλειμμα.
Με άλλα λόγια, άλλο πράγμα είναι να μικραίνει το χρέος επειδή μεγαλώνει ο ονομαστικός παρονομαστής και άλλο να μικραίνει επειδή η χώρα γίνεται πραγματικά πιο παραγωγική, πιο ανταγωνιστική και οικονομικά ισχυρότερη. Το πρώτο βελτιώνει έναν σημαντικό δείκτη. Το δεύτερο αλλάζει πραγματικά τις δυνατότητες της οικονομίας.
