Ο Κρίστοφερ Νόλαν στην περιώνυμη «Οδύσσειά» του μεταπλάθει είδωλα ομηρικών ηρώων, προσεγγίζει σε τοπία μύθου και πραγματικότητας τις ταυτοτικές μεταλλάξεις του πολύτροπου Οδυσσέα, αποδομεί την προστάτιδα του κεντρικού ήρωα, Αθηνά, μεταμορφώνει το είδωλο των Τρωικών, τη λευκώλενο Ελένη, τη «μόνη γυναίκα στην οποία ο Δίας είχε επιτρέψει να τον αποκαλεί πατέρα».
- Γράφει ο Νίκος Παπουτσόπουλος
«Ενα είδωλο ήταν η Ελένη για τον Στησίχορο και τον Ευριπίδη, ενώ για τον Ομηρο η Ελένη ήταν το είδωλο» αναφέρει ο Ρομπέρτο Καλάσο. «Η ομηρική θεώρηση είναι πιο δύσκολη και επίφοβη.
Η θεώρηση ενός ειδώλου, γνωρίζοντας ότι απέναντί του υπάρχει μια πραγματικότητα, περιέχει μικρότερη ένταση σε σύγκριση με τη θεώρηση του ειδώλου, γνωρίζοντας πως είναι και μια πραγματικότητα. Η Ελένη είναι όπως ο χρυσός απέναντι στ’ άλλα εμπορεύματα: κι αυτό είναι εμπόρευμα, αλλά μπορεί να αντιπροσωπεύσει όλα τ’ άλλα. Το είδωλο είναι ακριβώς αυτή η αντιπροσώπευση».
Ενα περίεργο παιχνίδι ισορροπίας του κόσμου, έναν αγώνα διεκδίκησης μεταξύ Ανατολής και Δύσης είχε σχεδιάσει η Νέμεσις (η «δίκαιη οργή», η «θεία αγανάκτηση»), όταν έκλεισε μέσα στο αβγό το προϊόν της ένωσής της με τον Δία, την Ελένη, το μοιραίο θηλυκό.
Η Νέμεσις, θυγατέρα της Νυκτός, με συνεχείς μεταμορφώσεις απέφευγε τις ερωτικές επιθέσεις του γιου του Κρόνου, ο οποίος την καταδίωκε παντού. Οταν εκείνη πήρε τελικά τη μορφή της χήνας, ο Ζευς σαν κύκνος πέτυχε την ένωση μαζί της, καρπός της οποίας υπήρξε η γέννηση ενός αβγού.

Στην αγκαλιά της Λήδας, συζύγου του Τυνδάρεω, ανακάλυψαν το θεϊκό αβγό, το οποίο έφερε στο φως την Ελένη της Σπάρτης, της Τροίας και της Αιγύπτου, το αιώνιο θηλυκό, που μοίρασε τον κόσμο και έσυρε έξω από τα τείχη των μυκηναϊκών ακροπόλεων τους πιο επιφανείς άνδρες. «Η Ηρα, θυμωμένη που δεν νίκησε στον διαγωνισμό τις θεές,/ έπλασε στον ουρανό ένα είδωλο παρόμοιο μ’ εμένα φυσώντας/ μέσα του ζωή, και ο γιος του Πριάμου νομίζει πως έχει/ εμένα, άδεια ιδέα, αφού δε μ’ έχει!» εξηγεί η Ελένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.
Το είδωλο της Ελένης
Στην περίοδο της ακμής της Κωνσταντινούπολης, τον Ιππόδρομο, ένα μνημειακό σύνολο δημόσιων χώρων, κοσμούσαν λαμπρά έργα μεγάλων καλλιτεχνών του παρελθόντος που είχαν μεταφερθεί από πολλές πόλεις της αυτοκρατορίας. Μεταξύ αυτών, το ορειχάλκινο μνημείο του 477 π.Χ., που στέκει ακόμη όρθιο, ο θαυμαστός στριφογυριστός κορμός τριών φιδιών, που στήριζαν πάλαι ποτέ τον χρυσό τριποδικό λέβητα, το λαμπρό ανάθημα που έστησαν θριαμβευτικά οι Ελληνες στους Δελφούς, μετά τη νικηφόρο μάχη κατά των Περσών στις Πλαταιές της Βοιωτίας.
Εκεί συνυπήρχαν, σύμφωνα με τον Ν. Χωνιάτη, η πολύχαλκος Ηρα, ο Πάρις να παραδίδει στην Αφροδίτη τον κόσμο (το χρυσό μήλο), ο Ηρακλής και οι επίχρυσοι ίπποι του Λυσίππου, καθώς και το χάλκινο ομοίωμα της Τυνδαρίδος Ελένης, το Ερώτων μόσχευμα, Αφροδίτης τημελούχημα, πανάριστον φύσεως δώρημα. Στη διάρκεια της Τέταρτης Σταυροφορίας η λευκώλενος Ελένη καλλίσφυρος τε και δολιχόδειρος, η το Πανελλήνιον ες Τροίαν αθροίσασα και καθελούσα Τροίαν, ακολούθησε τη μοίρα των έργων τέχνης, των κειμηλίων και των μνημείων πολιτισμού, που είχαν συγκεντρώσει στην Κωνσταντινούπολη ήδη από τον πέμπτο αιώνα.
Οι του καλού ανέραστοι βάρβαροι, οι απόγονοι του Αινεία, ανταπέδωσαν την προσβολή της άλωσης της προγονικής Τροίας, κατατεμάχισαν το είδωλο της Ελένης, την αιτία του αφανισμού της πόλης τους, λεηλάτησαν τους θησαυρούς της βασιλίδος των πόλεων, η οποία έκτοτε απώλεσε τη λάμψη του μεγαλείου της, αδύναμη πλέον να επουλώσει τα τραύματα και τα έλκη που προκάλεσαν το μίσος και η βαρβαρότητα των Λατίνων κατακτητών.

Σε μιαν άλλη άλωση, σε ένα επίσης περίεργο παιχνίδι ισορροπίας του κόσμου, στα ομηρικά έπη οι θεοί με συχνές μεταμορφώσεις συναντούν τον Οδυσσέα, τον βασιλιά της Ιθάκης και πρωταγωνιστή της μεταμφίεσης ή της εξαπάτησης, οι μηχανορραφίες του οποίου ποικίλλουν ανάλογα με τις περιστάσεις προκειμένου να εξασφαλίζει την εύνοια των θνητών ή την επιείκεια θεών και δαιμόνων: «Και στη μητέρα (Κλυταιμνήστρα) με απόστειλαν, όπου δεν ήταν να την προτρέψω,/ αλλά με δόλο να τη γελάσω/ και στου Ιλίου το κάστρο στείλαν εμψυχωμένο ρήτορα εμένα,/ και χειρίσθηκα άφοβα ο ίδιος/ θέμα, τ’ οποίο μου ’χε αναθέσει το κοινό όλο των Πανελλήνων» ομολογεί ο ίδιος (Οπλων Κρίσις στις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου).
Ποικιλία μεταμορφώσεων στην προσπάθεια διατήρησης της ισορροπίας με αναγωγές μεταφορικές και συμβολικές, αλληγορικές και μυθολογικές, οι οποίες προσωποποιούν και εκφράζουν ιδιότητες και εξελικτικές δυνατότητες, όπως επίσης συνθήκες και ενεργειακές καταστάσεις: «Στα εφτά μου χρόνια ήμουν αρρηφόρος, στα δέκα αλετρίς, άλεσα τις ιερές πίτες στην υπηρεσία της αφέντρας. Υστερα, φορώντας τον χιτώνα στο χρώμα της ζαφοράς, ήμουν άρκτος στα Βραυρώνεια και, όταν έγινα μια όμορφη νέα, ήμουν κανηφόρος και μετέφερα μια γιρλάντα από ξερά σύκα» (Αριστοφάνης, «Λυσιστράτη»).
Στη διατήρηση μιας ισορροπίας του κόσμου συμμετέχουν και οι ανθρωπόμορφοι θεοί του Ομήρου, αφού οι ίδιοι «είναι οπαδοί μιας παρατάξεως και επιδιώκουν τον σκοπό τους με κάθε τρόπο, με πονηριά ακόμα και με απάτη. Κι αφού ανήκουν σε μια παράταξη, είναι φυσικό να παίρνουν μέρος στη συμπλοκή, όχι μόνο έμμεσα, αλλά και με άμεση επέμβαση» γράφει ο M.P. Nilsson («Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας»). «Οταν οι θεοί συγκεντρώνονται σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, κυριαρχεί ένα πνεύμα κομματισμού, το οποίο (σύμφωνα με τους οικείους τακτικισμούς του σύγχρονου πολιτικού προσωπικού της χώρας) μεταμορφώνει συνειδήσεις, πολιτικές αρχές και ιδέες».
Εξορία
Για τις πολιτικές του ιδέες ή, πιθανώς, για τις ποιητικές του ευαισθησίες τις οποίες απέδιδε αλληγορικά, η ηθική της ρωμαϊκής κοινωνίας των ετών του Αυγούστου Καίσαρος εξόρισε και τον Λατίνο ποιητή των «Μεταμορφώσεων» Οβίδιο. «Η φιλοσοφία των “Μεταμορφώσεων” απεικονίζεται στη διδασκαλία του Πυθαγόρα» σημειώνει ο μεταφραστής του ποιήματος Θεόδωρος Τσοχαλής (κεντρική διάθεση Λ. Κωστακιώτη).
«Τα πάντα ρέουν, όλα αλλάζουν. Η καινοτόμος φύση υφίσταται συνεχή μεταβολή. Η εναλλαγή, μετάλλαξη και μεταμόρφωση των πάντων είναι διαρκής, αέναη, βέβαιη και αναπότρεπτη. Ο Οβίδιος άντλησε τα θέματά του κυρίως από αρχαίες ελληνικές και λατινικές παραδόσεις, μύθους και θρύλους θαυμάσιους, παράξενους, αλληγορικούς, μαγευτικούς, οι οποίοι γοήτευσαν τη δημιουργική φαντασία του και οιστρηλάτησαν το ανήσυχο πνεύμα του.
Ο ίδιος, άριστος γνώστης των αδύτων της ανθρώπινης ψυχής, περιγράφει με μοναδική ικανότητα και αληθοφάνεια την εσωτερική ψυχική σύγκρουση διαφόρων προσώπων υπό την επήρεια σημαντικών γεγονότων και ψυχοπαθολογικών καταστάσεων. Η κομψότης του ύφους, η παραστατικότης και η ποικιλία των εικόνων, η απροσδόκητη εναλλαγή, η ανεξίτηλη επινοητικότης, η πλοκή και η αλληλουχία των γεγονότων, η σαφήνεια της περιγραφής, η φυσικότης και η απλότης της αφηγήσεως, καθιστούν τις «Μεταμορφώσεις» έργο πρωτότυπο και ελκυστικό, πραγματικό ποίημα».

Οι «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου σε δεκαπέντε βιβλία και περίπου 12.000 εξάμετρους στίχους (12.110 οι στίχοι της «Οδύσσειας»), διανύουν τη συναρπαστική διαδρομή από την περιγραφή του Χάους, την πλάση και τα γένη του ανθρώπου, στους θεούς και τους ημίθεους, στα επικά κατορθώματα των ηρώων, στα ανθρώπινα πάθη, στις παρεμβάσεις και ανταγωνισμούς των θεών, στις σχέσεις θεών και ανθρώπων, όταν ακόμη «οι θεοί παραστέκονται στους πολεμιστές και αποφασίζουν για την έκβαση της μάχης σύμφωνα με μιαν ανώτερη σκοπιμότητα, την ικανοποίηση της δικής τους θελήσεως ανεξάρτητα από τη θέληση του ανθρώπου» (M.P. Nilsson).
«Η ψυχή μου με σπρώχνει να ψάλλω μορφές που άλλαξαν σε σώματα νέα/ την προσπάθεια, θεοί, βοηθήστε (γιατί έχετε μεταμορφώσει/ σεις και εκείνες) κι από την πρώτη την αρχή ολόκληρου του κόσμου/ μέχρι τα χρόνια τα ιδικά μας συνεχή την ωδή μου συνθέστε» πιστά και έντεχνα μεταφράζει από τα λατινικά ο Θ. Τσοχαλής.
Ο ποιητής των 250 μύθων και θρύλων που αποθησαυρίζει στις «Μεταμορφώσεις» του αναπτύσσει τις αφηγήσεις του με θαυμαστή μεθοδικότητα και λογοτεχνική δεξιοτεχνία. Στο μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών του «κυριαρχεί το πάθος και η επακόλουθη αλλαγή προσώπων ή αντικειμένων σε άλλη μορφή συνήθως με παράδοξο και πρωτότυπο τρόπο» σχολιάζει ο μεταφραστής. «Το πλήθος των ποιημάτων του επιβεβαιώνει τη γονιμότητα του στοχασμού του και την ευχέρεια που είχε στον έμμετρο λόγο.
Το άριστο έργο του, το οποίο αναδεικνύει το ποιητικό του ταλέντο και τον κατέστησε διάσημο επαληθεύοντας τις προβλέψεις, είναι οι «Μεταμορφώσεις». Το πολύτιμο αυτό πνευματικό δημιούργημα ευτυχώς διεσώθη από αντίγραφα τα οποία είχαν οι φίλοι του, αφού ο ίδιος παρέδωσε το πρωτότυπο στη φωτιά θεωρώντας το πλημμελές. Αρχίζει με τη μεταβολή του Χάους σε οργανωμένο σύμπαν και καταλήγει στη μεταμόρφωση και αποθέωση του Ιουλίου Καίσαρος».
«…Οψιμη ας είναι η μέρα εκείνη και να ’ρθει αργότερα/ απ’ τη ζωή μου, όταν ο Αύγουστος, τον κόσμο αφήνοντας που κυβερνάει,/ θα ’ρθει στα ουράνια και θα ακούει από απόσταση τους ευχομένους» (Οβίδιος, «Αυγούστου Εγκώμιον», μετάφραση Θ. Τσοχαλής). Το θαυμάσιο έργο του Οβίδιου μετέφρασε υποδειγματικά και εξέδωσε ο ελληνιστής ιατρός, άριστος γνώστης της ελληνικής ιστορίας Θεόδωρος Τσοχαλής με ιδιαίτερη επιμέλεια σε δύο πολυτελείς τόμους.
Στην ίδια σελίδα το λατινικό κείμενο ακολουθεί η ελληνική μετάφραση, με σεβασμό στη γλώσσα και στις έννοιες, στο μέτρο και στον λυρισμό του ποιητή. Εντυπωσιακές εικόνες και χαρακτικά επιφανών καλλιτεχνών από μοναδικές παλαιές εκδόσεις και σπάνιοι χάρτες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μύθου, έναν σαγηνευτικό χωροχρόνο και προσκαλούν τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι επικών μεταμορφώσεων. Την εξαιρετική έκδοση των «Μεταμορφώσεων» του Θεόδωρου Τσοχαλή ολοκληρώνουν οι πίνακες και τα ευρετήρια των ονομάτων με σύντομα σχόλια, οι εκτός κειμένου 252 έγχρωμες εικόνες, ο λεπτομερής άτλας του αρχαίου ελληνικού κόσμου και η γενεαλογία Πανελλήνων και Τρώων.
Σαγηνευτικές διηγήσεις και θαυμαστές μεταμορφώσεις, θρύλοι και φιλοσοφικές αλληγορίες συνθέτουν την ποιητική ατμόσφαιρα που εξακολουθεί να εμπνέει και να γοητεύει, καθώς ιστορίες και περιπέτειες αθάνατων και θνητών προμηνύουν έναν νέο κόσμο, τις νέες εποχές που ακολουθούν, αλλά ωστόσο που ανακαλούν πάντοτε στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων παραδόσεις και συμβολισμούς που μεταμορφώνουν και μεταπλάθουν στη δίνη συνεχών εξελίξεων τις σύγχρονες κοινωνίες. Σε μια αέναη παραλληλία η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι αισθητικές παρεμβάσεις και οι επιστημονικές φαντασιώσεις δαμάζουν τις ανησυχίες και καταπραΰνουν τους φόβους των θνητών, όπως ακριβώς κάποτε θνητοί μετέφεραν τις μοναδικές εμπειρίες τους σε θαυμαστές διηγήσεις θεϊκών παρεμβάσεων ή μεταμορφώσεων και τις αποτύπωσαν στον αισθητό κόσμο με εικόνες, πηλό και πέτρα.
Περιπέτεια
Ακόμη μία περιπέτεια ανέμενε τον πολύπαθο Οδυσσέα ύστερα από την επιστροφή του στην Ιθάκη, όταν τον φόνευσε ο γιος του από την Κίρκη, Τηλέγονος. Στην αναζήτηση του πατέρα του ο Τηλέγονος «ξεκίνησε να τον βρει διά θαλάσσης, επιτέθηκε στην Ιθάκη νομίζοντας ότι ήταν η Κέρκυρα, και ο ήρωας των Τρωικών έτρεξε για να αποτρέψει την επίθεση. Το όπλο που επέφερε τον θάνατο στον πατέρα του ήταν ένα δόρυ με μύτη άκανθας σελαχιού» (Ρ. Γκρέιβς, «Οι Ελληνικοί Μύθοι»). «Πολύ αργά ο γιος αναγνώρισε τον πατέρα, μα όχι πολύ αργά τον αδελφό του Τηλέμαχο.
Οι δύο γιοι φέρανε τον νεκρό Οδυσσέα και την αιώνια νέα Πηνελόπη μαζί τους στην Κίρκη», σύμφωνα με τον Karl Kerenyi: «Εκεί έζησαν σαν δύο ζευγάρια, ο Τηλέγονος με την Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος με την Κίρκη, πάνω στην Αιαία», στο νησί των θαυμάτων ή εκεί όπου σε κόσμο υπεραισθητό η θυγατέρα του Ηλιου είχε εξαγνίσει τον Ιάσονα και τη Μήδεια, στην νήσο όπου η ίδια είχε μεταμορφώσει τον Πίκο σε δρυοκολάπτη, επειδή είχε απορρίψει τον έρωτά της, σύμφωνα με τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου.
Από τη στήλη «Στοχασμοί» της «δημοκρατίας»
