O Ομηρος μας παρουσιάζει πραγματικά έναν ολόκληρο κόσμο σε μικρογραφία: έτσι μπορούμε να δούμε πού και πώς ζούσε ο λαός, τις ενδυμασίες του, τι έκανε στην καθημερινότητά του ή τι σκεπτόταν.
- Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιάς
Και βλέποντας βαθιά μέσα στη φύση του ανθρώπου, καταλαβαίνουμε πως οι ψυχές των ανθρώπων και οι ελπίδες τους και ο φόβοι και οι φιλοδοξίες τους είναι ίδιες μέσα σε όλους τους αιώνες. Κι όλα αυτά ξετυλίγονται φυσικά: πολλά έχουν γραφεί γύρω από τις διάφορες απόψεις του θέματος, μα όλα αυτά είναι πολύ αφηρημένα.
Ο αναγνώστης θα κάνει καλά να διαβάσει τα ίδια τα ποιήματα και να αφήσει την εικόνα να ξετυλιχτεί μόνη της. Διότι η ουσία βρίσκεται τον μύθο των επών. Ενα επικό ποίημα είναι μια ιστορία όχι σαν το δράμα, μια διαδοχή από σκηνές, ούτε σαν λυρική ποίηση, ένας καθρέφτης από αισθήματα. Και στην αφήγηση ο Ομηρος είναι μεγάλος τεχνίτης. Η ιστορία τρέχει. Ο αναγνώστης θέλει να μάθει τι έρχεται κατόπιν, αλλά το καθετί έρχεται τόσο φυσικά, ώστε ποτέ δεν σκέπτεται την ουσία της τέχνης.
Μαθήματα
Ο Ομηρος μπορεί να δώσει μαθήματα και σε κάθε σύγχρονο μυθιστοριογράφο. Μπορεί να δει κανείς πώς συνδυάζει και ενώνει τις δύο ιστορίες του Οδυσσέα και της Πηνελόπης και να κάνει τη σύγκριση. Να δει πόσο καλοζυγισμένα είναι τα μέρη στα έργα του, πόσο ελεύθερος είναι από κάθε προσπάθεια να κάνει κηρύγματα και ηθικολογίες, πόσο αποφεύγει τον φόρτο, τις περιγραφές, τις αναλύσεις ψυχικών καταστάσεων και τα σχόλια.
Ολα αυτά βγαίνουν από την ιστορία. Ξέρουμε τους χαρακτήρες από όσα λένε και από όσα κάνουν. Καμιά φορά, βέβαια, μας λέει τι σκέπτονται με μορφή μονολόγου, αλλά κι αυτός είναι μέσα στην ιστορία, αλλά θα μπορούσαν πραγματικά να έχουν μιλήσει δυνατά, όπως κάνουν οι απλοϊκοί άνθρωποι. Μερικές φορές παρουσιάζει μια σκέψη σαν μήνυμα από κάποιον θεό, όπως θα έκανε και σήμερα ένα ευσεβής άνθρωπος.
Αυτή είναι η αληθινή ποιητική τέχνη. Γιατί η ελληνική λέξη «ποιητής» σημαίνει «τεχνίτης» ή δημιουργικός καλλιτέχνης και δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιεί πρόζα ή στίχο ή τι είδους λέξεις διαλέγει. Δεν υπάρχει τίποτε στον Ομηρο που να μοιάζει με αυτό που σήμερα λέμε «ποιητική γλώσσα», δηλαδή λέξεις που χρησιμοποιούνται, και ο κόσμος τις νομίζει ειδικά επιλεγμένες και κατάλληλες για στίχο, σε αντίθεση με εκείνες που ταιριάζουν στην πρόζα.
Αυτή την παράδοση στα αγγλικά φαίνεται ότι άρχισε ο Σπένσερ, διαλέγοντας παλιές εκφράσεις από αρχαιότερους ποιητές. Ο Σπένσερ ήταν πραγματικός ποιητής και γι’ αυτό κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα, πράγμα που δεν το μπόρεσαν εκείνοι που μιμήθηκαν τα τεχνάσματα χωρίς να έχουν τη μεγαλοφυΐα του. Αλλά οι μεγάλοι ποιητές της Αγγλίας χρησιμοποιούσαν φυσικές λέξεις και διάλεγαν ακριβώς αυτές που εκφράζανε καλύτερα εκείνο στον νου τους, χωρίς να ρωτούν αν είναι κομψές.
Παιχνίδι με τις λέξεις
Αν εξετάσει κανείς τις λέξεις και τη γραμματική του Ομήρου, αυτό το ίδιο θα βρει. Οι πολύπλοκες κλίσεις φαίνονται σε μας παράξενες και δύσκολες, διότι η γλώσσα μας σήμερα έχει πολύ λίγες ανάλογες. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο Ομηρος είναι φυσικές ελληνικές λέξεις για όλους, και τούτο μπορούμε να το δεχτούμε σαν γενικό κανόνα. Ο Δίας συχνά τις μεταχειρίζεται ο ίδιος ή τις παίρνει από το στόμα αγροίκων ομιλητών, όπως όταν λέει στη Θέτιδα: «Ασχημες δουλειές, θα με κάνεις να μαλώσω με την Ηρα» («Ιλιάδα» Α, 517).
Οι φιλόλογοι δίνουν σε αυτά τον τίτλο «άπαξ λεγόμενα», που δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι η λέξη χρησιμοποιείται μία φορά. Και υπάρχουν πολλές τέτοιες λέξεις. Μερικές φορές, πραγματικά, μας φαίνεται πως ακούμε κάποιον να φτιάχνει μια λέξη εκείνη τη στιγμή, όπως κάνει ο Αχιλλέας όταν αγορεύει στη συνέλευση, αφού πια είχε πάψει ο θυμός του: «Ας μην καθόμαστε εδώ κλώθοντας φλυαρίες, («Ιλιάδα» Τ. Σελ 149), όπου μεταβάλλει μια λέξη, που σημαίνει «κλώθω μαλλί», και την οποία συχνά τη μεταχειρίζεται ο Ομηρος. Στο λεξιλόγιο του Ομήρου υπάρχουν λέξεις που εντάσσονται μεταξύ των «άπαξ λεγομένων». Επίσης, αρκεί μόνο να συλλαβίσει κανείς τη λέξη «κατοπτεύεις» και ακούει μία από εκείνες τις λέξεις που προσπαθούν να μιμηθούν έναν ήχο.
Φράσεις που επιβίωσαν ως τις μέρες μας
Αρκετά συχνά μπορούμε να ακούσουμε μια φράση που να βγαίνει κατευθείαν από το στόμα φαινομενικά απλοϊκό: «Τι Θέτη ακριβοθώρητη, σε φέρνει στο πυργί μας, θεά μου σεβαστή; Τι δα συχνά δε μας θυμάσαι. Μόν’ έλα μέσα κόπιασε να σε φιλέψω κάτι» («Ιλιάδα» Σ, 385-387 μετάφραση).
Και η φράση για το «μόν’ έλα μέσα, κόπιασε» είναι η ιδία που θα ακουστεί σήμερα σε ένα ελληνικό σπίτι, όταν δέχεται επίσκεψη. Και αυτό μοιάζει λίγο με τη συνήθεια των Αρίων, που μιλούσαν σανσκριτικά πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια και από αυτό συμπεραίνουμε ότι ίσως τη λέξη αυτή να τη χρησιμοποιούσαν οι νομάδες της κεντρικής Ασίας εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια.
