Μια νέα γεωπολιτική σκακιέρα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη διαμορφώνεται με επίκεντρο τη Βενεζουέλα, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να αναδιατάξει τις ισορροπίες στην αγορά πετρελαίου και να περιορίσει την επιρροή του Ιράν και του ΟΠΕΚ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσινγκτον – Καράκας, η οποία, εφόσον μετατραπεί σε συγκεκριμένες συμφωνίες, μπορεί να προσφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο ένα σημαντικό πολιτικό και οικονομικό όπλο.
Σύμφωνα με αποκαλύψεις του Bloomberg και του Axios, οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται την απόκτηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας σε περισσότερα από 10 παραγωγικά πεδία που περιλαμβάνουν περίπου 90 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού, κοιτάσματα που μέχρι πρότινος ελέγχονταν από ντόπιους παράγοντες ή κινεζικά συμφέροντα.
Οι συζητήσεις για αμερικανική συμμετοχή στα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας συνιστούν πολύ περισσότερα από μια εμπορική συμφωνία. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο σε έναν από τους σημαντικότερους πετρελαϊκούς πόρους του δυτικού ημισφαιρίου, ενώ παράλληλα ανοίγει τον δρόμο για την επιστροφή ξένων επενδύσεων στον ενεργειακό κλάδο της χώρας.
Το σχέδιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια αγορά πετρελαίου βρίσκεται υπό την πίεση των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ιράν έχει καταστήσει την ασφάλεια του εφοδιασμού έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης των τιμών. Ο Τραμπ, ωστόσο, επιχειρεί να δημιουργήσει εναλλακτικές πηγές προσφοράς, μειώνοντας την εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας από τις πιο ευάλωτες γεωπολιτικά περιοχές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα αποκτά στρατηγική αξία. Η χώρα διαθέτει τεράστια αποθέματα αργού, αλλά η παραγωγή της παραμένει πολύ χαμηλότερη από τις δυνατότητές της, λόγω πολυετούς υποεπένδυσης, κυρώσεων και κατάρρευσης των υποδομών. Εάν η αμερικανική τεχνογνωσία και τα κεφάλαια επιστρέψουν μαζικά στον κλάδο, η παραγωγή θα μπορούσε σταδιακά να αυξηθεί σημαντικά.

Παράλληλα, το ενδεχόμενο αποχώρησης του Καράκας από τον ΟΠΕΚ θα αποτελούσε ισχυρό συμβολικό πλήγμα για το πετρελαϊκό καρτέλ. Η Βενεζουέλα ήταν μία από τις πέντε ιδρυτικές χώρες του οργανισμού το 1960 και η έξοδός της θα έστελνε το μήνυμα ότι η αμερικανική επιρροή μπορεί πλέον να μετατρέπεται σε άμεση ενεργειακή ισχύ.
Πρόβλημα οι τιμές
Το κρίσιμο, όμως, για τον Τραμπ είναι οι τιμές. Η αύξηση της προσφοράς από τη Βενεζουέλα, σε συνδυασμό με την αμερικανική παραγωγή και την αυξανόμενη προσφορά από άλλες χώρες εκτός ΟΠΕΚ, θα μπορούσε να ενισχύσει το παγκόσμιο πλεόνασμα αργού. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πίεση στις τιμές θα μπορούσε να μεταφερθεί σταδιακά στην αντλία, μειώνοντας το κόστος βενζίνης και ντίζελ για τους καταναλωτές.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, η εικόνα μιας κυβέρνησης που εξασφαλίζει ενεργειακή επάρκεια και ταυτόχρονα πιέζει προς τα κάτω το κόστος καυσίμων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για τον Τραμπ. Η τιμή της βενζίνης αποτελεί έναν από τους πιο άμεσα αντιληπτούς οικονομικούς δείκτες για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Μια αισθητή αποκλιμάκωση θα μπορούσε επομένως να ενισχύσει το αφήγημα ότι η οικονομική πολιτική του Λευκού Οίκου αποδίδει.
Μια έξοδος από τον ΟΠΕΚ δεν αναμένεται να προκαλέσει άμεσο σοκ στις διεθνείς τιμές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά επηρεάζεται πολύ περισσότερο από τον πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν. Σε βάθος χρόνου, όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Η αποδέσμευση της Βενεζουέλας από πιθανές μελλοντικές ποσοστώσεις του ΟΠΕΚ θα της επέτρεπε να αυξήσει την παραγωγή χωρίς περιορισμούς, εφόσον εισρεύσουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για την αποκατάσταση των πετρελαϊκών υποδομών της.
Μια αποχώρηση του Καράκας θα είχε ιδιαίτερα ισχυρό συμβολισμό, καθώς έρχεται μόλις λίγους μήνες μετά την ανακοίνωση των ΗΑΕ ότι εγκαταλείπουν τον ΟΠΕΚ. Δεύτερη μεγάλη αποχώρηση θα ενίσχυε επομένως τις αμφιβολίες κατά πόσο ο υπό τη Σαουδική Αραβία ΟΠΕΚ μπορεί να διατηρήσει την εσωτερική του συνοχή και την επιρροή του στις διεθνείς τιμές του αργού.

