Υπάρχει μία πλευρά της υπόθεσης της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά που στην Ελλάδα έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη και αφορά αυτό που βρίσκεται κάτω από τη γη: Χαλκός. Χρυσός. Θειούχα μεταλλεύματα. Μολυβδαίνιο. Ουράνιο. Θόριο. Και, σύμφωνα με τις νεότερες γεωφυσικές έρευνες, ζώνες που παρουσιάζουν ενδιαφέρον ακόμα και για σπάνιες γαίες.
- Γράφει Ειδικός Συνεργάτης
Η πρώτη μεγάλη αποκάλυψη είναι ότι όλα αυτά δεν ανακαλύφθηκαν τώρα. Η περιοχή της Αγίας Αικατερίνης και συνολικά το Νότιο Σινά βρίσκονται στο μικροσκόπιο της αιγυπτιακής γεωλογικής κοινότητας εδώ και τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες. Αυτό αλλάζει δραματικά την εικόνα, διότι, ενώ στην Ελλάδα η υπόθεση παρουσιάζεται κυρίως ως μία περίπλοκη διαφορά περί ιδιοκτησίας, αρχαιολογικών χώρων και «θρησκευτικής κατοχής», η αιγυπτιακή επιστημονική και κρατική γεωλογική κοινότητα γνωρίζει από τη δεκαετία του 1980 ότι το υπέδαφος της περιοχής παρουσιάζει σοβαρό μεταλλευτικό ενδιαφέρον.
ΑΠΟ ΤΟ 1984
Η γεωλογική αξία της περιοχής ήταν γνωστή πολύ πριν κορυφωθεί η ιδιοκτησιακή σύγκρουση. Ηδη από το 1984 ο Αιγύπτιος γεωλόγος El-Ghawaby είχε ασχοληθεί με την αναζήτηση χαλκού στο Νότιο Σινά. Μεταγενέστερη επιστημονική βιβλιογραφία αναφέρει ότι στην περιοχή Wadi Umm Qeisum, κοντά στην Αγία Αικατερίνη, είχαν καταγραφεί επιφανειακές εμφανίσεις πυρίτη, χαλκοπυρίτη και μολυβδαινίτη. Το 1989 οι El-Ghawaby, Helmy, El-Kaliuby και Shendy δημοσίευσαν εργασία με τον απολύτως χαρακτηριστικό τίτλο «Possibilities for porphyry copper mineralization in South Sinai».
Το Umm Qeisum είχε ήδη μπει στον επιστημονικό χάρτη ως πιθανή περιοχή πορφυριτικού χαλκού. Μεταγενέστερη γεωφυσική έρευνα καταγράφει ρητά ότι εκεί είχαν εντοπιστεί λεπτοδιασπαρμένα θειούχα μεταλλεύματα σε χαλαζιακό μονζονίτη, ενώ γεωχημικές αναλύσεις είχαν δείξει ανώμαλες συγκεντρώσεις χαλκού και μολυβδαινίου. Το 2000 πραγματοποιήθηκε ειδική έρευνα με τίτλο «Minerals Reconnaissance at Saint Catherine Area, Southern Central Sinai, Egypt» από γεωλόγους του Πανεπιστημίου του Καΐρου.
Το abstract της εργασίας είναι αποκαλυπτικό για τη μακρά μεταλλευτική ιστορία του Σινά. Αναφέρει ότι στην περιοχή υπάρχουν πολυάριθμες φλέβες οι οποίες είχαν αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης ήδη από τους φαραωνικούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους για χαλκό ή και χρυσό, ενώ επισημαίνεται ότι η πιθανότητα πορφυριτικού τύπου μεταλλοφορίας χαλκού στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης είχε ήδη διατυπωθεί από το 1989.
Επομένως, η μεταλλογενετική σημασία της περιοχής ήταν γνωστή και αποτελούσε αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής έρευνας. Το 2000 δημοσιεύτηκε επίσης εργασία για την τεκτονική εξέλιξη και το «mineralization style» της ευρύτερης Αγίας Αικατερίνης, η οποία συνέδεε τους γρανίτες, τα ρήγματα και τις υδροθερμικές διεργασίες της περιοχής με εμφανίσεις χαλκού, θειούχων ορυκτών και ουρανίου. Η βιβλιογραφία αυτής της περιόδου παραπέμπει μάλιστα σε έρευνες για χαλκό και μεταλλοφορία ήδη από τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970.
Δηλαδή το επιστημονικό ενδιαφέρον για το υπέδαφος του Σινά είναι πολύ παλαιότερο από τη σημερινή πολιτική και δικαστική κρίση. Το 2014 δημοσιεύτηκε στο «Arabian Journal for Science and Engineering» η εργασία «Copper-Gold-Sulphide Mineralization Associated with Late Precambrian Volcanic Ring Structures, Southern Sinai, Egypt». Οι επιστήμονες εξέτασαν τα μεγάλα γεωλογικά δακτυλιοειδή συστήματα του Νοτίου Σινά -μεταξύ αυτών το St. Katarina Ring Structure- σε σχέση με μεταλλοφορία χαλκού, χρυσού και θειούχων ορυκτών. Σε διαφορετικές θέσεις της ευρύτερης περιοχής καταγράφονται συνδυασμοί Au-Cu-Zn, Cu-Au και Zn-Pb-Cu-Au.

ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΣΚΟΠΙΟ
Το Umm Qeisum εμφανίζεται και εδώ στη βιβλιογραφία ως μία από τις γνωστές θέσεις πορφυριτικού χαλκού. Δεν μιλάμε λοιπόν για κάποιο τυχαίο σημείο της ερήμου, αλλά για ολόκληρη γεωλογική περιφέρεια, η οποία επί δεκαετίες βρίσκεται στο μικροσκόπιο γεωλόγων. Το 2026 εμφανίστηκε το νέο κομμάτι του παζλ. Σε επιστημονική εργασία για το Wadi Umm Qeisum ερευνητές χρησιμοποίησαν επίγειες μαγνητικές μετρήσεις, γ-φασματομετρία και self-potential ώστε να χαρτογραφήσουν πιθανούς στόχους μεταλλοφορίας.

Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν το Saint Catherine Ring Complex ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μεταλλοφόρο περιοχή και εντοπίζουν ζώνες με potential enrichment in rare earth elements. Δηλαδή πιθανό εμπλουτισμό σε στοιχεία σπάνιων γαιών. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία σε μία εποχή κατά την οποία οι σπάνιες γαίες αποτελούν έναν από τους πλέον στρατηγικούς πόρους του πλανήτη. Χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικά συστήματα, μόνιμους μαγνήτες, αμυντικές εφαρμογές, ηλεκτροκίνηση, ανεμογεννήτριες και τεχνολογίες αιχμής. Κάθε σοβαρό κράτος γνωρίζει την αξία τους.
Διαβάστε περισσότερα στο σημερινό φύλλο της εφημερίδας «δημοκρατία»
