Την ώρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το υπουργείο Πολιτισμού συντηρούν ένα πολυετές επικοινωνιακό αφήγημα περί «επιστροφής» των Γλυπτών του Παρθενώνα, η πραγματικότητα που φτάνει από το Λονδίνο αποδεικνύει ότι το Βρετανικό Μουσείο συνεχίζει να συμπεριφέρεται ως ο απόλυτος, ιδιοκτήτης της κλεμμένης πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η διοίκηση του Μουσείου συμφώνησε να στείλει στο Μουσείο Αρχαίας Γλυπτικής της Φρανκφούρτης δύο θραύσματα από τον διάκοσμο του Παρθενώνα, προκειμένου να εκτεθούν εκεί από τις 18 Νοεμβρίου του 2026 έως τις 25 Ιουλίου του 2027. Την ίδια στιγμή που οι Γερμανοί ζήτησαν δανεικά εκθέματα και από το Μουσείο Αρχαίας Ακρόπολης με το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο να απορρίπτει ορθώς το αίτημα, οι Βρετανοί «μοιράζουν» τα κλεμμένα ανά την Ευρώπη με τη μορφή δανεισμού.
Η κατάσταση αυτή δεν προέκυψε τυχαία, αλλά πατάει πάνω σε επικίνδυνες υποχωρήσεις που ξεκίνησαν χρόνια πριν. Ήδη από το 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε προτείνει στον τότε Βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον: «Ως μια πρώτη κίνηση, να σταλούν τα Γλυπτά του Παρθενώνα στην Αθήνα, ως δάνειο το 2021 για τα 100 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Από την πλευρά μας θα στείλουμε πολύ σημαντικά αντικείμενα, τα οποία δεν έχουν βγει ποτέ από τη χώρα μας, για να εκτεθούν στο Βρετανικό Μουσείο». Η πρόταση αυτή είχε ξεσηκώσει κύμα αντιδράσεων από τον επιστημονικό κόσμο και την αντιπολίτευση, καθώς η αποδοχή της έννοιας του «δανείου» νομιμοποιούσε εμμέσως την παράνομη νομή και κυριότητα του Βρετανικού Μουσείου.
Έκτοτε, η κυβέρνηση μπήκε σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι καλλιέργειας προσδοκιών. Μόλις τον Νοέμβριο του 2025, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωνε στη Βουλή πως «ο στόχος μας για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα έχει έρθει τώρα πιο κοντά από ποτέ, μέσα στην 50ετία». Ακολούθησε σειρά δημοσιευμάτων από εγχώρια ΜΜΕ που παρουσίαζαν τον πρωθυπουργό έτοιμο να φέρει τα Γλυπτά από… μέρα σε μέρα.
Εντωμεταξύ και ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ πλέον παραπέμπει την επίλυση του ζητήματος στο Βρετανικό Μουσείο για το θέμα αν και στο παρελθόν ζητούσε να «σταλούν πίσω, χωρίς όρους».
Το Λονδίνο εξακολουθεί να επιβάλλει τους δικούς του όρους, αφήνοντας την Αθήνα απλά παρατηρήτρια.

