Με τη στεγαστική κρίση να βαθαίνει, η κυβέρνηση έχει επικεντρώσει τις πρωτοβουλίες της δίνοντας πακτωλό χρημάτων στη λάθος συνταγή. Τα προγράμματα «Σπίτι μου 1-2» και συντόμως 3, μετά την εξαγγελία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, αποτελούν σπατάλη πολύτιμων κονδυλίων με πολύ μικρό αποτύπωμα, καθώς, εκτός του γεγονότος ότι συντελούν στην αύξηση των τιμών, δίνουν, στο τέλος της διαδρομής, τη δυνατότητα σε λίγους να αποκτήσουν την πολυπόθητη στέγη.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να επιστρέψει στην επιτυχημένη συνταγή των προηγούμενων δεκαετιών, όταν χιλιάδες οικογένειες στεγάστηκαν μέσω του ΟΕΚ, και αρκείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα. Μία τέτοια είναι και η επίσκεψη της υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνας Μιχαηλίδου με τον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ενταξης (DG EMPL) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μάριο Νάβα, και την προϊσταμένη της Μονάδας Ελλάδας και Κύπρου της DG EMPL, Κριστιάνα Κοστινέκου, στο ακίνητο της οδού Αλεξανδρείας στη Θεσσαλονίκη, όπου είδαν τις κοινωνικές κατοικίες που δημιουργήθηκαν σε δημοτικό ακίνητο, στο πλαίσιο του έργου «Κοινωνική Στέγαση για τις πλέον ευάλωτες ομάδες».
Το ακίνητο της οδού Αλεξανδρείας 59 εντάχθηκε στο έργο «Κοινωνική Στέγαση για τις πλέον ευάλωτες ομάδες», αρμοδιότητας του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, και χρηματοδοτείται με 1.110.000 ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Στο κτίριο, συνολικού εμβαδού περίπου 330 τ.μ., έγινε αλλαγή χρήσης από γραφεία σε κατοικίες. Οι τρεις όροφοι διαμορφώθηκαν σε έξι ανεξάρτητα διαμερίσματα, τα οποία έχουν ήδη μισθωθεί σε ευάλωτα νοικοκυριά, στην πλειονότητά τους μονομελή, με ωφελουμένους ηλικίας από 25 έως 63 ετών. Για τη μετατροπή του ακινήτου πραγματοποιήθηκαν εργασίες ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης, συνολικής δαπάνης περίπου 120.000 ευρώ.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ενώ η λύση είναι μπροστά της, η κυβέρνηση έχει άλλη στόχευση: εκτός των προγραμμάτων απόκτησης κατοικίας μέσω τραπεζικών δανείων, προωθεί και τη λεγόμενη «κοινωνική αντιπαροχή», μία φαινομενικά θετική πρωτοβουλία με εντελώς λάθος όρους. Το πρόγραμμα αυτό δίνει ως χάρισμα σε εργολάβους-κατασκευαστές δημόσιες εκτάσεις στις οποίες θα κατασκευάζουν ακίνητα, με την υποχρέωση να διαθέτουν ένα μικρό μέρος αυτών, μόλις 30%, σε φτηνές τιμές. Ερχεται σε αντίθεση με τις πρακτικές του ΟΕΚ, όπου μέσω μειοδοτικού διαγωνισμού ένας ιδιώτης κατασκεύαζε τις κοινωνικές κατοικίες, με το κράτος να είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για τη διάθεσή τους.
Ο οργανισμός, που καταργήθηκε από την τρόικα το 2012, ανέγειρε περισσότερους από 150 πρότυπους οικισμούς σε ολόκληρη την επικράτεια από το 1954, παραδίδοντας έτοιμα σπίτια σε δεκάδες χιλιάδες δικαιούχους (χαμηλόμισθοι, πολύτεκνοι κ.ά.) μέσω κληρώσεων, χορήγησε εκατοντάδες χιλιάδες χαμηλότοκα δάνεια (είτε από ίδια κεφάλαια είτε μέσω επιδότησης επιτοκίου σε συνεργασία με εμπορικές τράπεζες) για αγορά, ανέγερση ή αποπεράτωση πρώτης κατοικίας και χορηγούσε επίσης επιδότηση ενοικίου.
