Σε «θηλιά» για τις οικονομίες των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ εξελίσσεται το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, καθώς οι δαπάνες για τόκους ξεπέρασαν το 2025 το φράγμα των 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί στο 3% του συνολικού ΑΕΠ του Οργανισμού.
Η εκτίναξη των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, με τη μέση απόδοση των δεκαετών τίτλων της G7 να φτάνει το 4% για πρώτη φορά από το 2008, αντανακλά τις ανησυχίες των επενδυτών για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι ενεργειακές ανατιμήσεις και οι εκδόσεις χρέους σε επίπεδα ρεκόρ συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, με τις δαπάνες τόκων σε αρκετές χώρες να ξεπερνούν ακόμη και τις αμυντικές δαπάνες.
Άστοχες ενισχύσεις και ρίσκο με βραχυπρόθεσμο δανεισμό
Ο ΟΟΣΑ χτυπά καμπανάκι για τον τρόπο σχεδιασμού των κρατικών παρεμβάσεων στην ενέργεια, επισημαίνοντας ότι μόλις οι μισές είναι σωστά στοχευμένες. Οι οριζόντιες επιδοτήσεις διογκώνουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες σε μια περίοδο που οι αγορές απαιτούν υψηλότερα επιτόκια, περιορίζοντας τα περιθώρια αντίδρασης σε μελλοντικές κρίσεις.
Παράλληλα, η στροφή πολλών κυβερνήσεων στην έκδοση βραχυπρόθεσμων τίτλων (εντόκων γραμματίων) για την επίτευξη χαμηλότερου επιτοκίου εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Αυτή η τακτική απαιτεί συχνότερες αναχρηματοδοτήσεις, με αποτέλεσμα τυχόν διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα να μετακυλίεται άμεσα και βαρύτερα στους κρατικούς προϋπολογισμούς.

