Οι ραγδαίες αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές ροές και το νέο ράλι του πετρελαίου επαναφέρουν τον εφιάλτη των ανατιμήσεων στα καύσιμα, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Με τις αυξήσεις στα ΙΧ να αγγίζουν το 23,8% σε ετήσια βάση εντός της ΕΕ, οι κυβερνήσεις καλούνται να απορροφήσουν την πίεση που ασκείται σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, υπό τη σκιά ενός δύσκολου χειμώνα.
Η Γαλλία προχώρησε ήδη στην ενεργοποίηση ενός στοχευμένου πακέτου στήριξης ύψους 450 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική φετινή δαπάνη στο 1,4 δισ. ευρώ. Αποφεύγοντας τις οριζόντιες μειώσεις φόρων, το Παρίσι κατευθύνει τους πόρους στους «μεγάλους οδηγούς». Το ειδικό επίδομα αυξάνεται στα 100 ευρώ για το τελευταίο τρίμηνο του έτους και αφορά πλέον 5,5 εκατομμύρια πολίτες που χρησιμοποιούν υποχρεωτικά το όχημά τους για εργασία, με το εισοδηματικό όριο να διαμορφώνεται στα 2.050 ευρώ καθαρά για έναν άγαμο. Παράλληλα, διατηρούνται ειδικά καθεστώτα ενίσχυσης για επαγγελματικές ομάδες, όπως αγρότες και αλιείς, με την επιδότηση σε ορισμένες περιπτώσεις να φτάνει τα 40 λεπτά ανά λίτρο.
Οι πιέσεις στις Βρυξέλλες και η εικόνα στα κράτη-μέλη
Η διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα προκαλεί νευρικότητα στην αγορά. Στη Γαλλία, πρόσφατα καταγράφηκαν προσωρινές ελλείψεις καυσίμων σε περίπου ένα στα έξι πρατήρια. Μπροστά στον κίνδυνο να εξελιχθεί η κρίση τιμών σε ζήτημα επάρκειας, ο Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε εγγράφως από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν την προσωρινή χαλάρωση των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών και παραγωγικών κανόνων. Το γαλλικό αίτημα στοχεύει στην αύξηση της παραγωγής diesel και κηροζίνης από τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια έως και κατά 20%, σε συνδυασμό με μεγαλύτερη ευελιξία στα βιοκαύσιμα και αναβολή των περιορισμών για τις εκπομπές μεθανίου.
Την ίδια ώρα, τα υπόλοιπα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν την κατάσταση με διαφορετικά «όπλα», βάσει των δημοσιονομικών τους αντοχών. Η Γερμανία εφαρμόζει από τον Οκτώβριο μείωση φορολογίας που μεταφράζεται σε ελάφρυνση 17 λεπτών ανά λίτρο στην τελική τιμή, με το κόστος της παρέμβασης να προσεγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, η Αυστρία εστιάζει στην προστασία της βιομηχανίας, δεσμεύοντας 750 εκατ. ευρώ (2027-2029) προκειμένου να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων μονάδων.
Σε χώρες όπως η Κροατία και η Τσεχία η προσέγγιση εστιάζει στην επιβολή πλαφόν, είτε στις τελικές τιμές είτε στα περιθώρια κέρδους των πρατηριούχων. Η Βουλγαρία χορηγεί επιδοτήσεις με στενά εισοδηματικά κριτήρια, ενώ σε Ισπανία και Ιταλία εφαρμόζεται ένα σύνθετο μείγμα φορολογικών ελαφρύνσεων και άμεσων ενισχύσεων.
Το ευρωπαϊκό έλλειμμα ωστόσο είναι βαθύτερο και διαρθρωτικό, καθώς από το 2009 η ήπειρος έχει απολέσει διυλιστική ικανότητα άνω των 167 εκατ. τόνων ετησίως. Η συρρίκνωση αυτής της παραγωγικής βάσης καθιστά την ευρωπαϊκή αγορά εξαιρετικά ευάλωτη στις διαταραχές της ναυσιπλοΐας και τις γεωπολιτικές κρίσεις. Η συνθήκη αυτή έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση για κεντρική ευρωπαϊκή φορολόγηση στα υπερκέρδη των ενεργειακών κολοσσών, έπειτα από σχετικά αιτήματα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, ενώ η Πολωνία έχει ήδη προχωρήσει μονομερώς στην επιβολή ειδικού φόρου στα επιπλέον έσοδα των πετρελαϊκών εταιρειών για το 2026.
