Η Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας παρακολουθεί αμέτοχη τους χάκερ να απειλούν τα καταστήματα!

Εκδίδει προειδοποίηση για τους καταστηματάρχες και τους αφήνει έρμαια!

Η ψηφιακή ασφάλεια αναδείχθηκε εσχάτως σε φλέγον ζήτημα, όχι πλέον μόνο για κρατικά μυστικά ή τραπεζικά δεδομένα, αλλά για το ίδιο το πιάτο μας. Η προειδοποίηση της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας (ΕΑΚ) προς τις ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων αποκαλύπτει μια δυσάρεστη πραγματικότητα: τα συστήματα εμπορικής ψύξης είναι ευπαθή και βρίσκονται στο έλεος των χάκερ.

Ενώ η Αρχή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, έπειτα από τις αναφορές για παρεμβάσεις σε κρεοπωλεία, η προσέγγισή της μοιάζει περισσότερο με τυπική διεκπεραίωση υποχρέωσης παρά με ουσιαστική θωράκιση. Το εύρημα ότι περισσότερα από 300 συστήματα ψύξης παραμένουν εκτεθειμένα στο διαδίκτυο στη χώρα προκαλεί τεράστια ανησυχία, ειδικά όταν οι κυβερνοεπιθέσεις σαρώνουν ευρωπαϊκά σούπερ μάρκετ, ανεβάζοντας τη θερμοκρασία στους 50 βαθμούς Κελσίου και καταστρέφοντας τόνους τροφίμων.

Η ΕΑΚ είχε εκδώσει σχετική σύσταση ήδη από τα μέσα Οκτωβρίου, καλώντας τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν παλαιούς ή μη ενημερωμένους ελεγκτές ψύξης να τους αποσυνδέσουν από το δημόσιο διαδίκτυο. Σύμφωνα με την Αρχή, όπου η απομακρυσμένη πρόσβαση είναι απαραίτητη, θα πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω ασφαλούς σύνδεσης VPN. Επιπλέον, συστήνεται η αλλαγή των προεπιλεγμένων ή αδύναμων κωδικών πρόσβασης και η ενεργοποίηση πολυπαραγοντικής ταυτοποίησης.

Ωστόσο, η μετάθεση της ευθύνης αποκλειστικά στους ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων δεν αρκεί. Αναμένεται άραγε ο κρεοπώλης της γειτονιάς ή ο υπεύθυνος ενός συνοικιακού μάρκετ να διαθέτει τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις κυβερνοασφάλειας, ώστε να εφαρμόσει περίπλοκες λύσεις; Η Αρχή προχωρά ένα βήμα παραπέρα, ζητώντας την εγκατάσταση όλων των διαθέσιμων ενημερώσεων ασφαλείας, καθώς και την αντικατάσταση συσκευών που δεν υποστηρίζονται πλέον από τους κατασκευαστές. Επίσης, καλεί τις επιχειρήσεις να ελέγχουν ποιοι εξωτερικοί συνεργάτες και τεχνικοί έχουν πρόσβαση στα συστήματά τους, αλλά και να διαθέτουν προσωπικό κατάλληλα εκπαιδευμένο για να αναγνωρίζει ασυνήθιστες αλλαγές στη λειτουργία του εξοπλισμού.

Μάλλον όμως η έκδοση των παραπάνω οδηγιών ρίχνει το μπαλάκι στους χρήστες, αγνοώντας ότι ο ψηφιακός αναλφαβητισμός μεγάλου τμήματος του λιανεμπορίου καθιστά τέτοιες συστάσεις κενό γράμμα. Αντί η κρατική μηχανή να λειτουργεί προνοητικά, παρέχοντας ενεργή τεχνική συνδρομή ή έστω δημιουργώντας ένα άμεσο δίκτυο υποστήριξης για τους επαγγελματίες, περιορίζεται στον ρόλο του απλού παρατηρητή που εκδίδει ντιρεκτίβες κατόπιν εορτής.

Το μήνυμα που επισημαίνει η αρχή ότι «το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε θα συμβεί μια επίθεση» πιο πολύ απειλεί παρά καθησυχάζει. Στην πράξη, μεταφράζεται ως παραδοχή αδυναμίας πρόληψης. Οι ψηφιακές απειλές εξελίσσονται ραγδαία, ειδικά μέσω εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να εξαντλείται στη μετακύλιση του βάρους στους καταστηματάρχες. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο προστασίας κρίσιμων υποδομών καθημερινότητας.

Η οχύρωση απέναντι στους ψηφιακούς εκβιασμούς δεν χτίζεται μοιράζοντας τεχνικά εγχειρίδια. Η τακτική της έκδοσης οδηγιών προς ανθρώπους της αγοράς που προφανώς αγνοούν τη γλώσσα των χάκερ, συνιστά εξόφθαλμη μετάθεση ευθύνης. Ο κρατικός μηχανισμός οφείλει να εγκαταλείψει τον ρόλο του θεωρητικού παρατηρητή και να δημιουργήσει πραγματικό δίχτυ υποστήριξης για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Ειδάλλως, οι συνέπειες της διοικητικής αδράνειας θα μετακυλίονται διαρκώς στους εμπόρους και τους καταναλωτές, οι οποίοι θα βλέπουν τον κόπο και το εισόδημά τους να λιώνουν, κυριολεκτικά, μέσα στα ίδια τους τα ψυγεία.