Πόντος 1918: Σχολεία, εμπόριο και μεταλλεία στο φάκελο της ανεξαρτησίας
Ο χειρόγραφος χάρτης που συνόδευε το υπόμνημα προς τη Γαλλία και η προσπάθεια του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη να παρουσιάσει μια χώρα με οργανωμένες κοινότητες και οικονομικές δυνατότητες
Στην τελευταία σελίδα ενός υπομνήματος προς τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών, κάτω από το όνομα του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, βρίσκεται ένας μικρός χειρόγραφος χάρτης. Η Μαύρη Θάλασσα (Mer Noire) απλώνεται στο επάνω μέρος του, το όνομα «PONT» διασχίζει την ενδοχώρα και μια χρωματιστή γραμμή ορίζει το χώρο του διεκδικούμενου κράτους.
Οι προηγούμενες σελίδες εξηγούν τι υπήρχε, κατά τον συντάκτη, μέσα σε αυτόν το χώρο: σχολεία που συντηρούσαν οι κοινότητες, εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και τη Ρωσία, εξαγωγές καπνού και φουντουκιών, κοιτάσματα που περίμεναν να αξιοποιηθούν.
Το έγγραφο αναδεικνύει έτσι μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά της ποντιακής διεκδίκησης. Η έκκληση για ελευθερία συνοδευόταν από επιχειρήματα για τις δυνατότητες της (νέας) χώρας και την οργάνωση των κατοίκων της.
Το οκτασέλιδο τεκμήριο, με κωδικό ΑΕ 1, φυλάσσεται στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και είναι ψηφιοποιημένο στην πλατφόρμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Από τη Μασσαλία στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών
Το υπόμνημα φέρει τόπο σύνταξης τη Μασσαλία και ημερομηνία 1 Νοεμβρίου 1918. Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, έμπορος της ποντιακής διασποράς και από τους πρωτεργάτες του κινήματος για ανεξαρτησία, απευθύνεται στη γαλλική κυβέρνηση ως πρόεδρος του Συνεδρίου των Καταγομένων από τον Εύξεινο Πόντο.
Στο σωζόμενο δακτυλόγραφο αντίγραφο υπάρχουν χειρόγραφες διορθώσεις και σφραγίδες του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών με ημερομηνίες 30 Νοεμβρίου και 1 Δεκεμβρίου 1918.
Η διεκδίκηση εντασσόταν στην ευρύτερη εκστρατεία των ποντιακών οργανώσεων, που χρησιμοποιούσαν υπομνήματα και έντυπους χάρτες για να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους. Εδώ, όμως, σώζεται μια ιδιαίτερη εικόνα: ένας μικρός χειρόγραφος πολιτικός χάρτης με τη λεζάντα «Carte de l’État du Pont-Euxin», δηλαδή «Χάρτης του Κράτους του Ευξείνου Πόντου».
Ο τίτλος του εξέφραζε έναν πολιτικό στόχο. Δεν αποτύπωνε τα σύνορα ενός αναγνωρισμένου κράτους.
Τα σχολεία ως επιχείρημα
Σημαντικό μέρος της παρουσίασης καταλαμβάνει η λειτουργία των ορθόδοξων κοινοτήτων. Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης υποστηρίζει ότι είχαν δημιουργήσει και συντηρούσαν σχολεία και εκκλησίες με δικούς τους πόρους, χωρίς κρατική βοήθεια. Περιγράφει μάλιστα την άμιλλα ανάμεσα στις κοινότητες για τα εκπαιδευτικά τους ιδρύματα.
Στην τρίτη σελίδα παραθέτει πίνακα με στοιχεία τα οποία αποδίδει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στη γραμμή των συνόλων αναγράφονται 1.850 εκκλησίες, 1.401 σχολεία, 2.607 εκπαιδευτικοί και 85.650 μαθητές.
Η γεωγραφική βάση του πίνακα χρειάζεται προσοχή: περιλαμβάνει τις εκκλησιαστικές επαρχίες Τραπεζούντας, Ροδόπολης, Χαλδίας, Νεοκαισάρειας, Αμάσειας, Κολωνίας και Καισάρειας. Συνεπώς, τα μεγέθη πρέπει να διαβάζονται μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου υπομνήματος και όχι ως απογραφή μιας αυτονόητης, σταθερής ποντιακής επικράτειας.
Ο ίδιος ο συντάκτης εξηγεί και γιατί αρκετά παιδιά έμεναν έξω από τις σχολικές αίθουσες. Η φτώχεια ανάγκαζε οικογένειες να τα αποσύρουν πρόωρα, ενώ άλλες δεν μπορούσαν να τα στείλουν καθόλου στο σχολείο.
Η θέση αυτών των στοιχείων μέσα σε μια διπλωματική έκκληση έχει ενδιαφέρον. Η εκπαιδευτική δραστηριότητα παρουσίαζε τις κοινότητες ως οργανωμένα σύνολα, ικανά να συγκεντρώνουν πόρους και να διατηρούν θεσμούς ακόμη και κάτω από δυσμενείς συνθήκες.
Καπνός και φουντούκια στις ευρωπαϊκές αγορές
Στην οικονομική ενότητα, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης υποστηρίζει ότι ο ορθόδοξος πληθυσμός κατείχε πρωταγωνιστική θέση στο εξωτερικό εμπόριο πριν από τον πόλεμο. Αμέσως, ωστόσο, αναγνωρίζει ένα ουσιαστικό όριο: δεν διαθέτει επίσημες εμπορικές στατιστικές ώστε να δώσει ακριβή εικόνα.
Με αυτήν την επιφύλαξη εκτιμά την αξία των εξαγωγών σε περίπου 130 εκατομμύρια φράγκα και των εισαγωγών σε περίπου 100 εκατομμύρια.
Ανάμεσα στα εξαγώγιμα προϊόντα αναφέρει καπνά, ορισμένες ποιότητες των οποίων είχαν διεθνή φήμη, φουντούκια και άλλους ξηρούς καρπούς, δημητριακά, όσπρια, ζωικά προϊόντα και ξυλεία. Οι εισαγωγές περιλάμβαναν υφάσματα, είδη ένδυσης, μεταλλικά αντικείμενα και άλλα προϊόντα μεταποίησης.
Οι συναλλαγές συνέδεαν την περιοχή με τη Ρωσία, την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Αμερική, όπως τις κατονομάζει το κείμενο.
Αυτή η περιγραφή έδινε στη διεκδίκηση μια πρακτική διάσταση. Ο Πόντος παρουσιαζόταν ως τόπος παραγωγής και ανταλλαγών, ήδη συνδεδεμένος με αγορές έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο πλούτος που παρέμενε αναξιοποίητος
Το υπόμνημα αναφέρεται ακόμη σε ανεκμετάλλευτο ορυκτό πλούτο, κυρίως σε μεταλλεία αργυρούχου μολύβδου και χαλκού, καθώς και σε πηγές μεταλλικών νερών.
Κατά τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, η γονιμότητα του εδάφους και τα κοιτάσματα μπορούσαν να στηρίξουν μεγαλύτερη ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας.
Την υστέρηση την αποδίδει στην οθωμανική διοίκηση, την οποία κατηγορεί για υπέρμετρη φορολογία, αδιαφορία και παρεμπόδιση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Η χώρα πίσω από τη γραμμή του χάρτη
Στις τελευταίες σελίδες η οικονομική παρουσίαση δίνει τη θέση της στις καταγγελίες για καταναγκαστική εργασία, εκτοπισμούς και σφαγές. Ο συντάκτης επικαλείται τις διακηρύξεις των Συμμάχων για την ελευθερία των λαών και ζητά να μη μείνουν έξω από τη μεταπολεμική διευθέτηση τα δικαιώματα των κατοίκων του Πόντου.
Απευθύνεται στη Γαλλία ως χώρα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προσβλέποντας στην υποστήριξή της. Τα σχολεία και οι εμπορικές δυνατότητες συνδέονται έτσι με την έκκληση για προστασία και πολιτική ελευθερία.
Το οκτασέλιδο υπόμνημα δεν αρκεί για να κρίνουμε αν ένα ανεξάρτητο ποντιακό κράτος θα ήταν οικονομικά βιώσιμο. Μας επιτρέπει να δούμε πώς επιχειρούσε να τεκμηριώσει τη διεκδίκησή του ένας από τους εκπροσώπους του ποντιακού κινήματος: περιγράφοντας την παραγωγή, τις διεθνείς συναλλαγές και τους θεσμούς των κοινοτήτων.
Στην τελευταία σελίδα, ο χάρτης έδινε σχήμα σε αυτόν τον διεκδικούμενο τόπο. Στις προηγούμενες, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης είχε προσπαθήσει να εξηγήσει γιατί οι κάτοικοί του δικαιούνταν και μπορούσαν, κατά την πεποίθησή του, να αναλάβουν το μέλλον τους.