Οι διθύραμβοι για την επιστροφή των 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων από τη Βουλγαρία κρύβουν μια πολύ λιγότερο πανηγυρική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να μετατρέψει μια ελληνική διεκδίκηση που στηριζόταν επί δεκαετίες στο Διεθνές Δίκαιο σε διμερή πολιτική διευθέτηση με ανταλλάγματα…
- Γράφει ο Ανδρέας Καψαμπέλης
Τα κειμήλια δεν βρέθηκαν τυχαία στη Βουλγαρία ούτε αποτελούσαν αντικείμενα αμφισβητούμενης προέλευσης που δύο χώρες αποφάσισαν καλόπιστα να ανταλλάξουν. Αφαιρέθηκαν από μονές και εκκλησιαστικά ιδρύματα της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τις βουλγαρικές κατοχές και η επιστροφή τους αποτελεί παλαιά ελληνική αξίωση.
Μόλις πριν από λίγους μήνες ο Προκόπης Παυλόπουλος είχε υπενθυμίσει δημοσίως το νομικό οπλοστάσιο που διαθέτει η χώρα και επικαλέστηκε τη Συνθήκη του Νεϊγί του 1919 και το διεθνές πλαίσιο προστασίας των πολιτιστικών αγαθών, υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές αξιώσεις για τα μη επιστραφέντα κειμήλια παραμένουν ενεργές και μπορούν να υποστηριχθούν με διπλωματικά και νομικά μέσα.
Η κυβέρνηση δεν ακολούθησε αυτή τη γραμμή. Αντί να επιμείνει στη λογική της απόδοσης κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών βάσει διεθνών υποχρεώσεων, επέλεξε τη λογική της διμερούς συναλλαγής: η Βουλγαρία παραδίδει 48 κειμήλια και η Ελλάδα παραδίδει τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ και το σχετικό ανθρωπολογικό υλικό, μια παλιά και ιδιαίτερα σημαντική διεκδίκηση για τη Σόφια.
Η αλλαγή δεν είναι ούτε λεκτική ούτε ασήμαντη. Οταν επικαλείσαι το Διεθνές Δίκαιο, λες στον άλλο: «Αυτό μου ανήκει και έχεις υποχρέωση να μου το αποδώσεις». Οταν προσφέρεις αντάλλαγμα, περνάς σε μια διαφορετική λογική: «Δώσε μου αυτό και θα σου δώσω εκείνο».
Αυτό ακριβώς έκανε η κυβέρνηση. Παραμέρισε στην πράξη το ισχυρότερο πολιτικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς -την υποχρέωση απόδοσης όσων αφαιρέθηκαν- και επέλεξε έναν συμβιβασμό που της επέτρεψε να εμφανίσει άμεσα μια διπλωματική «επιτυχία».
Ο Κ. Μητσοτάκης το έκανε μάλιστα αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνησή του επικαλείται διαρκώς -έστω και στα λόγια- το Διεθνές Δίκαιο ως θεμέλιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις το Διεθνές Δίκαιο παρουσιάζεται ορθώς ως κόκκινη γραμμή. Στα Γλυπτά του Παρθενώνα η Ελλάδα αρνείται επίσης ορθώς να αναγνωρίσει ξένη κυριότητα. Στην περίπτωση όμως των κειμηλίων της Μακεδονίας η κυβέρνηση προτίμησε τον πραγματισμό της ανταλλαγής.
Με όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης μάλιστα προχώρησε κι ένα βήμα παραπέρα: απεμπόλησε το δικαίωμα της Ελλάδας που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο για την επιστροφή των κλεμμένων κειμηλίων. Δηλώνοντας ότι «τα μνημεία και τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου», απομάκρυνε ο ίδιος από το τραπέζι τη νομική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν επί δεκαετίες η ελληνική διεκδίκηση. Εκεί όπου η Συνθήκη του Νεϊγί προβλέπει σε συνδυασμό με την Χάγη του 1954, υποχρέωση της Βουλγαρίας να αναζητήσει και να αποδώσει τα αρπαγέντα, ο πρωθυπουργός επέλεξε να μετατρέψει μια αξίωση που εδραζόταν στο Διεθνές Δίκαιο σε διμερή συναλλαγή. Από την απαίτηση επιστροφής περάσαμε στην ανταλλαγή και από το δικαίωμα στο παζάρι…
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «Δημοκρατίας»
