Οι ευρωπαϊκές αγορές δεν βρίσκονται αντιμέτωπες με μια νέα κρίση χρέους, αλλά οι τρέχουσες ενδείξεις ξυπνούν μνήμες μιας περιόδου που η Ευρώπη επιθυμούσε να ξεπεράσει. Το ευρώ διολίσθησε σε χαμηλό 17 μηνών έναντι του δολαρίου, τη στιγμή που το κόστος δανεισμού της Γαλλίας καταγράφει σημαντική άνοδο, η πολιτική αβεβαιότητα κλιμακώνεται σε Παρίσι και Μαδρίτη, και η Ιταλία διατηρεί ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Το γεγονός ότι η πίεση διαχέεται σε τρεις από τις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης αναγκάζει τους επενδυτές να επανεξετάσουν προσεκτικά το ευρωπαϊκό χρέος.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται η Γαλλία, όχι λόγω άμεσης κρίσης χρηματοδότησης, αλλά εξαιτίας της συνεχούς επιδείνωσης των δημοσιονομικών της δεικτών. Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου προσέγγισε το 5%, με το διακριτό spread έναντι του γερμανικού Bund να ξεπερνά τις 150 μονάδες βάσης, αγγίζοντας υψηλό από το 2011. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι το γαλλικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 5,1% το 2026 και στο 5,7% το 2027, ενώ το χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ το 2027. Παράλληλα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται, περιορίζοντας τα περιθώρια για άλλες κρατικές δαπάνες. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη δημιουργία του ακρωνυμίου FROGS (French Oversized Government and Social Security), που αποτυπώνει το μεγάλο μέγεθος του γαλλικού κράτους και των κοινωνικών δαπανών.
Την ίδια ώρα, η Ιταλία παραμένει η μεγαλύτερη συστημική πρόκληση λόγω του συνολικού όγκου του χρέους της, το οποίο προβλέπεται να φτάσει το 138,5% του ΑΕΠ το 2026, παρόλο που η χώρα έχει καταφέρει να συγκρατήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα κάτω από το όριο του 3%. Στην Ισπανία, η ανακοίνωση πρόωρων εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου από τον Πέδρο Σάντσεθ προσθέτει πολιτικό ρίσκο σε μια ήδη ευάλωτη αγορά, παρά τη θετική πορεία της οικονομίας της. Όλη αυτή η αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του δολαρίου και τις προσδοκίες για τα επιτόκια της ΕΚΤ, ασκεί έντονες πιέσεις στο ευρώ, το οποίο υποχώρησε στο 1,1161 δολάριο.
Παρά τις πιέσεις, η Barclays και η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ επισημαίνουν ότι η σημερινή κατάσταση απέχει πολύ από την κρίση του 2011, καθώς η Κεντρική Τράπεζα διαθέτει πλέον αποτελεσματικότερα εργαλεία παρέμβασης. Το κύριο πρόβλημα συνεπώς δεν είναι ένα απότομο σοκ, αλλά μια σταδιακή και επίμονη αύξηση του κόστους δανεισμού που επιβαρύνει ταυτόχρονα τις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης και περιορίζει την ανάπτυξη.
