Άνοιξαν οι κάλπες στο Ισραήλ: Τέλος εποχής ή νέα θητεία για τον Νετανιάχου;

Ο Αϊζενκοτ επιχειρεί να εκθρονίσει τον Νετανιάχου, όμως οι εσωτερικές αντιφάσεις της αντιπολίτευσης και οι ισχυροί κομματικοί μηχανισμοί δυσκολεύουν την αλλαγή σκυτάλης

Οι σημερινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ διεξάγονται στη σκιά μιας τριετούς, εξαντλητικής πολεμικής σύγκρουσης που ξεκίνησε το 2023. Αν και η μακροχρόνια κυριαρχία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου αμφισβητείται πλέον έντονα, το αποτέλεσμα της κάλπης μάλλον προμηνύει πολιτική παράλυση παρά μια καθαρή κυβερνητική αλλαγή, καθώς κανένα στρατόπεδο δεν φαίνεται ικανό να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ.

Απέναντι στον Νετανιάχου βρίσκεται ο Γκάντι Αϊζενκοτ, πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, ο οποίος καταγράφει ισχυρό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Η απήχησή του οφείλεται στο γεγονός ότι προσφέρει μια εναλλακτική σε όσους επιθυμούν αλλαγή ηγεσίας, εγγυώμενος ταυτόχρονα τη διατήρηση της σκληρής στρατηγικής ασφαλείας απέναντι στη Χαμάς και το Ιράν. Ωστόσο, ο δρόμος προς την εξουσία είναι γεμάτος εμπόδια, κυρίως λόγω της ανομοιογένειας της αντιπολίτευσης. Για να κυβερνήσει, ο Αϊζενκοτ θα πρέπει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε ακραία συντηρητικούς πρώην συμμάχους του Νετανιάχου, όπως ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν, και σε προοδευτικές φωνές όπως ο Γκολάν.

Στον αντίποδα, ο Νετανιάχου αποδεικνύεται για άλλη μια φορά πολιτικά «εφτάψυχος». Παρά την τεράστια κυβερνητική φθορά, τις νομικές του εκκρεμότητες και την κριτική για τα κενά ασφαλείας της 7ης Οκτωβρίου, διατηρεί ένα συμπαγή κομματικό μηχανισμό. Η στρατηγική του εστιάζει στην απόλυτη πόλωση: αυτοπαρουσιάζεται ως ο μοναδικός εγγυητής της ύπαρξης του κράτους, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να τρομάξει το δεξιό ακροατήριο υποστηρίζοντας ότι μια κυβέρνηση Αϊζενκοτ θα είναι υποχείριο των αραβικών κομμάτων, παρότι ο αντίπαλός του έχει ήδη αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το γόρδιο δεσμό του σχηματισμού κυβέρνησης περιπλέκουν δύο ακόμη καθοριστικοί παράγοντες. Αφενός, η αραβική μειονότητα, με την αυξημένη της συμμετοχή, μπορεί να μπλοκάρει την αυτοδυναμία της Δεξιάς, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται σε αυτοματη στήριξη προς τον Αϊζενκοτ. Αφετέρου, η κοινωνική οργή ξεχειλίζει για τα υπερορθόδοξα κόμματα —παραδοσιακά στηρίγματα του Νετανιάχου— λόγω της επιμονής τους να εξαιρούνται από τη στρατιωτική θητεία. Σε μια κοινωνία που σηκώνει το βάρος ενός πολυετούς πολέμου, αυτή η κατάφωρη ανισότητα συνιστά μια εκρηκτική συνθήκη που είναι έτοιμη να δυναμιτίσει τον βίο οποιασδήποτε νέας κυβέρνησης.