Συντάξεις: Αυξήσεις-ψίχουλα κάτω του πληθωρισμού και το 2027
Ούτε ένα ευρώ την ημέρα η άνοδος στις αποδοχές. Χαμένοι από χέρι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες
Η νέα έκρηξη του πληθωρισμού από το καλοκαίρι και μέχρι σήμερα αλλάζει τα δεδομένα σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των συντάξεων και των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών για το 2027. Κι ενώ για τους μεν συνταξιούχους αυτό συνεπάγεται μια ελάχιστη αύξηση σε σχέση με όσα προβλέπει το προσχέδιο του Προϋπολογισμού, για το 1,4 εκατ. των μη μισθωτών ο λογαριασμός μόνο ελαφρύς δεν προδιαγράφεται.
Ο βασικός νόμος που ορίζει πώς αυξάνονται οι συντάξεις στην Ελλάδα είναι ο νόμος 4670/2020 (γνωστός ως νόμος Βρούτση), ο οποίος τροποποίησε τον αρχικό νόμο 4387/2016 (νόμος Κατρούγκαλου).
Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 του ν. 4670/2020 (που αντικατέστησε την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 4387/2016) ορίζει με αυστηρό μαθηματικό τύπο ότι το συνολικό ποσό των κύριων συντάξεων αυξάνεται ετησίως με βάση τον εξής κανόνα: Πληθωρισμός + αύξηση ΑΕΠ/2. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που και φέτος ο πληθωρισμός θα αυξηθεί με ρυθμό μεγαλύτερο από αυτόν του ΑΕΠ, οι συνταξιούχοι θα είναι… χαμένοι από χέρι.
Αν ο πληθωρισμός του 2026 «κλειδώσει» στο 3,5-3,8% και η ανάπτυξη (ΑΕΠ) κινηθεί κοντά στο 1,8%-2%, όπως προβλέπει το προσχέδιο του Προϋπολογισμού του 2027, τότε ο μέσος όρος τους επιβεβαιώνει μαθηματικά γιατί η ονομαστική αύξηση (2,8%) είναι μικρότερη από το κύμα ακρίβειας (3,5%) που υφίστανται οι συνταξιούχοι στην καθημερινότητά τους.
Ωστόσο, τα επίσημα στοιχεία της Eurostat έδειξαν εκτίναξη του πληθωρισμού στο 5,1% στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις στην ευρωζώνη, η οποία οφείλεται κυρίως στο νέο ενεργειακό σοκ (φυσικό αέριο, πετρέλαιο) και στις επίμονες ανατιμήσεις στις υπηρεσίες (π.χ., ξενοδοχεία).
Η εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για υψηλότερο πληθωρισμό στο 4,2% αλλάζει τα δεδομένα για τις συντάξεις, καθώς ο επίσημος μαθηματικός τύπος υπολογισμού των αυξήσεων στην Ελλάδα βασίζεται κατά 50% στον πληθωρισμό και κατά 50% στον ρυθμό ανάπτυξης του προηγούμενου έτους. Με βάση αυτόν τον κανόνα, αν ο πληθωρισμός για το 2026 κλειδώσει τελικά στο 4,2%, αντί για το 3,8% που υπολόγιζε η κυβέρνηση, και με δεδομένο ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί κοντά στο 2%, το τελικό ποσοστό της οριζόντιας αύξησης των συντάξεων για το 2027 θα διαμορφωθεί αυτόματα στο 3,1%. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι η αύξηση θα είναι ελαφρώς μεγαλύτερη από το 2,8%, που προέβλεπε το αρχικό προσχέδιο του Προϋπολογισμού, ωστόσο η οριακή αυτή ενίσχυση κατά 0,3% στην πραγματικότητα δεν επαρκεί για να καλύψει τη μεγαλύτερη ακρίβεια, με αποτέλεσμα το καθαρό εισόδημα των συνταξιούχων να δέχεται εκ νέου ισχυρή πληθωριστική πίεση.
Το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης για όσους έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης ανέρχεται σήμερα στα 446,87 ευρώ μεικτά, το οποίο μετά την υποχρεωτική κράτηση 6% για την υγειονομική περίθαλψη διαμορφώνεται στα 420,06 ευρώ καθαρά, καθώς το ποσό αυτό από μόνο του βρίσκεται κάτω από το αφορολόγητο όριο και δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.
Στην περίπτωση που επικρατήσει το σενάριο του κυβερνητικού προσχεδίου για οριζόντια αύξηση 2,8%, το μεικτό ποσό θα ανέλθει στα 459,38 ευρώ, κάτι που μεταφράζεται σε 431,82 ευρώ καθαρά τον μήνα, δηλαδή μια καθαρή μηνιαία αύξηση της τάξης των 11,76 ευρώ.
Αντιθέτως, αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για υψηλότερο πληθωρισμό που θα οδηγήσει σε τελική αύξηση 3,1%, το μεικτό ποσό της εθνικής σύνταξης θα αγγίξει τα 460,72 ευρώ, διαμορφώνοντας το τελικό καθαρό ποσό στα 433,08 ευρώ καθαρά τον μήνα, προσφέροντας έτσι μια μηνιαία ενίσχυση 13,02 ευρώ.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι τα παραπάνω καθαρά ποσά εξετάζουν την εθνική σύνταξη ως αυτοτελές μέγεθος, καθώς, αν το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης ενός δικαιούχου ξεπερνά το φορολογικό όριο, το τελικό καθαρό ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό ενδέχεται να είναι ελαφρώς διαφοροποιημένο λόγω της ανάλογης παρακράτησης φόρου εισοδήματος.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία του συστήματος «Ηλιος» (Σεπτέμβριος 2026), η μέση κύρια σύνταξη στην Ελλάδα διαμορφώνεται στα 869,17 ευρώ μεικτά.
Αν αφαιρεθεί η υποχρεωτική κράτηση 6% για την υγειονομική περίθαλψη (ΕΟΠΥΥ), το ποσό αυτό πέφτει στα 817,02 ευρώ. Επειδή το ετήσιο αυτό εισόδημα ξεπερνά ελαφρώς το βασικό αφορολόγητο όριο, παρακρατείται ένας μικρός αναλογικός φόρος εισοδήματος (ΦΜΥ), με αποτέλεσμα η μέση κύρια σύνταξη να διαμορφώνεται τελικά στα 814,00 ευρώ καθαρά στο χέρι του συνταξιούχου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το νούμερο αυτό αποτελεί τον γενικό μέσο όρο, καθώς υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Ενδεικτικά, η μέση κύρια σύνταξη για τους συνταξιούχους του Δημοσίου κινείται αισθητά υψηλότερα, κοντά στα 1.201 έως 1.308 ευρώ μεικτά, ενώ αντίθετα για τους πρώην ιδιωτικούς υπαλλήλους περιορίζεται στα 769 έως 774 ευρώ μεικτά.
Με βάση το σενάριο της κυβερνητικής αύξησης κατά 2,8%, η μέση κύρια σύνταξη των 869,17 ευρώ μεικτά θα αυξηθεί κατά 24,34 ευρώ και θα διαμορφωθεί στα 893,51 ευρώ μεικτά, ποσό που μετά την κράτηση ασθενείας 6% και τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος μεταφράζεται σε περίπου 833 ευρώ καθαρά στην τσέπη του συνταξιούχου.
Στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για μεγαλύτερη αύξηση της τάξης του 3,1%, η μέση σύνταξη θα ενισχυθεί κατά 26,94 ευρώ, φτάνοντας τα 896,11 ευρώ μεικτά, γεγονός που θα διαμορφώσει το τελικό ποσό περίπου στα 835,20 ευρώ καθαρά.
Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι στην πραγματικότητα η καθαρή μηνιαία αύξηση που θα δει ο μέσος συνταξιούχος στον λογαριασμό του θα κυμανθεί τελικά μεταξύ 19 και 21,20 ευρώ, καθώς ένα μέρος της ονομαστικής αύξησης απορροφάται αυτόματα από την υψηλότερη παρακράτηση φόρου.
Η μεγάλη απάτη με την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε με πανηγυρικές τυμπανοκρουσίες την «ιστορική κατάργηση» του συμψηφισμού της προσωπικής διαφοράς, παρουσιάζοντάς την ως τη μεγάλη δικαίωση που θα ξεμπλοκάρει τις αυξήσεις για 670.000 συνταξιούχους. Μέχρι τώρα όποιος είχε προσωπική διαφορά έβλεπε την ετήσια αύξησή του να «τρώγεται» λογιστικά μέχρι να μηδενιστεί αυτό το υπόλοιπο, με αποτέλεσμα να μη βλέπει ούτε ευρώ στην τσέπη του. Η κυβέρνηση, λοιπόν, διαφημίζει ότι καταργεί αυτόν τον αυτόματο συμψηφισμό, επιτρέποντας στους συνταξιούχους να εισπράξουν την αύξηση στο χέρι, ανεξάρτητα από το αν έχουν προσωπική διαφορά.
Η μεγάλη απάτη, ωστόσο, κρύβεται στον τρόπο που εφαρμόζεται αυτή η «κατάργηση»:
- Η προσωπική διαφορά δεν διαγράφεται: Το ποσό της προσωπικής διαφοράς παραμένει ανέπαφο στη σύνταξη, σαν μια σκιά του παρελθόντος. Δεν σβήνεται από τα λογιστικά βιβλία, απλώς «παγώνει».
- Η αύξηση υπολογίζεται σε «κουτσουρεμένο» ποσό: Η ετήσια αύξηση (π.χ., το 2,8% του Προϋπολογισμού) δεν θα υπολογιστεί πάνω στο συνολικό ποσό που παίρνει ο συνταξιούχος, αλλά μόνο πάνω στο κομμάτι της εθνικής και ανταποδοτικής του σύνταξης. Το ποσό της προσωπικής διαφοράς εξαιρείται πλήρως από την αύξηση.
Στο κλασικό παράδειγμα, ένας συνταξιούχος εισπράττει συνολικά 1.000 ευρώ, τα οποία χωρίζονται σε 800 ευρώ (κύρια σύνταξη) και 200 ευρώ (προσωπική διαφορά). Με βάση τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για αύξηση 2,8%, ο συνταξιούχος θα έπρεπε να πάρει 28 ευρώ επιπλέον. Στην πραγματικότητα, επειδή το 2,8% υπολογίζεται μόνο στα 800 ευρώ, η αύξηση που θα δει είναι μόλις 22,40 ευρώ. Με την αλχημεία αυτή η πραγματική αύξηση επί του συνόλου των χρημάτων του πέφτει στο 2,2%, ενώ τα 200 ευρώ της προσωπικής διαφοράς μένουν στάσιμα και κατασπαράζονται κάθε χρόνο από την ακρίβεια της αγοράς.
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Δύο… μαύρα σενάρια για τις εισφορές
Η 1η Ιανουαρίου 2027 φέρνει ένα νέο κύμα αυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές που καλούνται να πληρώσουν στον ΕΦΚΑ οι περίπου 1,4 εκατ ελεύθεροι επαγγελματίες.
Στο πρώτο σενάριο, αν η αναπροσαρμογή ακολουθήσει τον πληθωρισμό, η εφιαλτική εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για ετήσιο πληθωρισμό στο 4,2% αλλάζει δραματικά τα δεδομένα, αφού θα οδηγήσει την εισαγωγική πρώτη ασφαλιστική κατηγορία της κύριας σύνταξης και υγείας από τα 250,77 ευρώ που είναι σήμερα στα 261,30 ευρώ τον μήνα. Την ίδια ώρα η αύξηση κατά 4,2% θα συμπαρασύρει και τις εισφορές για την επικουρική ασφάλιση, στέλνοντάς τις από τα 46,57 ευρώ στα 48,53 ευρώ τον μήνα, αλλά και το εφάπαξ που θα σκαρφαλώσει από τα 31,05 ευρώ στα 32,35 ευρώ τον μήνα.
Στο δεύτερο σενάριο, αν τελικά ενεργοποιηθεί ο δείκτης μεταβολής των μισθών που αναμένεται να τρέξει με ακόμα ένα υψηλότερο 4,5% λόγω των αναπροσαρμογών στον ιδιωτικό τομέα, η πρώτη κατηγορία της κύριας ασφάλισης θα εκτιναχθεί στα 262,05 ευρώ τον μήνα, η επικουρική θα φτάσει στα 48,67 ευρώ τον μήνα και η εισφορά του εφάπαξ θα αγγίξει τα 32,45 ευρώ τον μήνα.
Σε κάθε περίπτωση, στα ποσά αυτά προστίθενται πάντα και τα 10 ευρώ υπέρ ανεργίας, γεγονός που σημαίνει ότι το συνολικό μηνιαίο κόστος για έναν επαγγελματία που είναι ασφαλισμένος σε όλους τους κλάδους θα ξεπεράσει τα 352,00 ευρώ.
Το 2019 ίσχυε το σύστημα του νόμου Κατρούγκαλου, το οποίο συνέδεε τις εισφορές απευθείας με το δηλωθέν εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία, ορίζοντας την κατώτατη μηνιαία εισφορά για κύρια σύνταξη και υγεία στα 175,18 ευρώ τον μήνα, η οποία μαζί με την επικουρική ασφάλιση των 45,50 ευρώ, το εφάπαξ των 26,00 ευρώ και τα 10 ευρώ υπέρ ανεργίας διαμόρφωνε συνολικό μηνιαίο κόστος στα 256,68 ευρώ.
Από την 1η Ιανουαρίου 2020 ο νόμος Βρούτση ανέτρεψε πλήρως αυτό το καθεστώς, θεσπίζοντας τις σταθερές ασφαλιστικές κατηγορίες και αποσυνδέοντας τις εισφορές από τα κέρδη. Ετσι, άρχισε ένα συνεχόμενο μπαράζ πληθωριστικών αυξήσεων, που έστειλε την εισφορά της κύριας ασφάλισης στα 250,77 ευρώ, την επικουρική στα 46,57 ευρώ και το εφάπαξ στα 31,05 ευρώ το 2026. Με την εφιαλτική εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για ετήσιο πληθωρισμό στο 4,2% το 2026, η επιβάρυνση αυτή θα εκτιναχθεί την 1η Ιανουαρίου 2027, στέλνοντας την κύρια σύνταξη και υγεία στα 261,30 ευρώ, την επικουρική στα 48,53 ευρώ και το εφάπαξ στα 32,35 ευρώ τον μήνα.
Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε οκτώ χρόνια η σωρευτική αύξηση για το συνολικό πακέτο εισφορών αγγίζει το 37,2%. Πρακτικά, ένας ελεύθερος επαγγελματίας ασφαλισμένος σε κύρια, επικουρική και εφάπαξ θα καλείται να πληρώνει από το 2027 συνολικά 352,18 ευρώ τον μήνα μαζί με το δεκάρικο της ανεργίας, έναντι των 256,68 ευρώ που κατέβαλλε το 2019. Η συνολική αυτή αφαίμαξη μεταφράζεται σε μια τεράστια ετήσια χασούρα της τάξης των 1.146 ευρώ παραπάνω τον χρόνο σε σχέση με το 2019 για την ίδια ακριβώς ασφαλιστική κάλυψη, επιβεβαιώνοντας ότι το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης έχει καταστεί δυσβάσταχτο.
