Κανένα στοιχείο δεν θεμελιώνει την εκτίμηση του πρωθυπουργού ότι «η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης»
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης καλλιέργησε για πολλοστή φορά, και στην προχθεσινή τηλεοπτική συνέντευξη, την απατηλή εικόνα ότι η κυβέρνησή του βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων της Ε.Ε. και των σχέσεων των «27» με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
- Του Αλέξανδρου Τάρκα
Μακάρι, για τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας και την ευημερία των πολιτών της, ο κ. Μητσοτάκης να είχε επιτύχει κάτι συγκεκριμένο πέραν των καλών προθέσεων και των σχεδίων επί χάρτου.
Οι πολυμερείς διαβουλεύσεις στις Βρυξέλλες και οι διμερείς επικοινωνίες, όπως η πρόσφατη μεταξύ του πρωθυπουργού και του Γάλλου προέδρου Εμ. Μακρόν, είναι, φυσικά, χρήσιμες. Ωστόσο, δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να θεμελιώνει την εκτίμηση του σημερινού ενοίκου του Μαξίμου ότι «η Ελλάδα θα είναι στο κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης».
Πρώτα απ’ όλα, όποια νέα αρχιτεκτονική θα έχει ως κύριο ζητούμενο την αντιμετώπιση των απειλών από τη Ρωσία είτε ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε επιτευχθεί μία εύθραυστη ειρήνη. Αν και η Ελλάδα ορθώς βρίσκεται από την πρώτη ημέρα της εισβολής στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας», τα υπόλοιπα 26 μέλη της Ε.Ε. δεν τη θέτουν στην πρώτη γραμμή καμίας αρχιτεκτονικής ή στρατηγικής έναντι του Κρεμλίνου λόγω της μεγάλης γεωγραφικής απόστασης και της μικρής συνεισφοράς σε δυνάμεις, υλικά και μέσα. Ούτε και παίζουν κανέναν ρόλο τα εν Αθήναις αυτο-λιβανίσματα ότι η κυβέρνηση μπλόκαρε την είσοδο ρωσικού πετρελαίου στην Ευρώπη μέσω του αγωγού TurkStream.
Ο σχετικός Κανονισμός της Ε.Ε. είναι το αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών -και συζητήσεων με την Αγκυρα- του ειδικού απεσταλμένου της Ε.Ε. για τις κυρώσεις Ντέιβιντ Ο’ Σάλιβαν, από τον Μάιο του 2025 μέχρι πρόσφατα. Θεωρητικά, η Αθήνα θα μπορούσε να αναλάβει αποφασιστικό ρόλο σε μια ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική έναντι της Τουρκίας, αλλά στην παρούσα φάση τα ισχυρά μέλη της Ε.Ε. ευνοούν τη στενότατη προσέγγιση με την Αγκυρα. Κρατούν τα θετικά για τους εαυτούς τους (εμπορική συνεργασία κ.λπ.) και δεν θεωρούν την Τουρκία απειλή, υποβαθμίζοντας τις ελλαδικές και κυπριακές ανησυχίες για τον επεκτατισμό της στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Ο ρόλος που απομένει στην Αθήνα είναι η συνεισφορά έναντι των απειλών από τον Νότο (μεταναστευτικές πιέσεις κ.λπ.), χωρίς και σε αυτόν τον τομέα να υφίσταται συναίνεση στην Ε.Ε.
Επιπλέον, βασικό σημείο κάθε αρχιτεκτονικής ασφάλειας είναι τα εξοπλιστικά προγράμματα που τη στηρίζουν και η βιομηχανική βάση που παράγει τα αμυντικά συστήματα. Με την εξαίρεση της δραστηριότητας ορισμένων ισχυρών ομίλων μόνον της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ούτε και σε αυτό το πεδίο ο πρωθυπουργός έχει να επιδείξει σοβαρό (πόσο μάλλον κρατικό) έργο σε ξένους συνομιλητές του. Είναι ορατές, επίσης, οι παλινωδίες που προκαλούν απορίες για τις προθέσεις και τους στόχους της Αθήνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η κοινή επιστολή, το Μάιο του 2024, του κ. Μητσοτάκη και του Πολωνού ομολόγου του, Ντ. Τουσκ, για τη δημιουργία μίας ασπίδας αεράμυνας των «27». Ποιος ο λόγος της ελληνικής κινητικότητας διερωτήθηκαν οι κυβερνήσεις των άλλων χωρών-μελών, αφού σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2023, η Αθήνα είχε επιδιώξει, πριν καν της προταθεί, να ενταχθεί στη γερμανική πρωτοβουλία με την παρόμοια επωνυμία European Sky Shield Initiative (ESSI); Ακολούθησαν κάποιες επαφές, κατόπιν επιστολών των κυβερνήσεων της Γαλλίας και Ιταλίας προς την ελληνική, για συστήματα αεράμυνας ευρωπαϊκής κατασκευής, ενώ στη συνέχεια ο κ. Μητσοτάκης στράφηκε αποκλειστικά προς το Ισραήλ για συστοιχίες David Sling, Barak ΜΧ και Spyder ΕΟ.
Πρόκειται για πολύ καλά συστήματα που (υπό την προϋπόθεση αποδέσμευσης και προσφοράς του «πηγαίου κώδικα» του συστήματος ελέγχου και διοίκησης) θα ήταν πολύτιμα για την ελληνική αεράμυνα. Με τη διαφορά ότι η απόκτησή τους, με κόστος άνω των 3 δισ. ευρώ, δεν φέρνει την Ελλάδα στο -κατά τον πρωθυπουργό- «κέντρο της επόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας» από τη στιγμή που δεν υπάρχει ευρωπαϊκή βιομηχανική συμμετοχή.
Παράλληλα, αποτελεί υπερβολή ανεπανάληπτων διαστάσεων η εκτίμηση ότι η ελληνική κυβέρνηση πρωταγωνιστεί στις συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, αφού ο κ. Μητσοτάκης είναι εξαιρετικά προσεκτικός –και καλά κάνει– στις κλειστές συζητήσεις με τους άλλους Ευρωπαίους ηγέτες. Στην πραγματικότητα (και σε αντίθεση με τη φιλοτεχνημένη επικοινωνιακή εικόνα στο εσωτερικό), προσπαθεί να κερδίσει χρόνο και δεν λαμβάνει θέση σε κρίσιμα ζητήματα. Μεταξύ αυτών, η προβληθείσα ως συμβιβαστική πρόταση Μητσοτάκη για την ευρωπαϊκή συμμετοχή, μόνο ως προς τη Γάζα, στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ.
Καμιία πρωτοβουλία
Δεν ήταν, ασφαλώς, ελληνική ιδέα, αλλά η ήδη ανεπίσημα συμφωνημένη θέση της πλειοψηφίας στο έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 22ας Ιανουαρίου 2026. Ομοίως, ο Ελληνας πρωθυπουργός δεν θα αναλάβει κάποια πρωτοβουλία έναντι της Ουάσινγκτον. Εχει άλλωστε συμφωνήσει ότι δεν απαιτείται καν η σύγκληση άλλης έκτακτης συνόδου σε περίπτωση νέας έντασης μεταξύ Ε.Ε. – ΗΠΑ και ότι οι πρόεδροι του Συμβουλίου και της Κομισιόν, Αντ. Κόστα και Ουρ. φον ντερ Λάιεν, αντίστοιχα, έχουν πλήρη εξουσιοδότηση για αντίδραση έναντι του κ. Τραμπ. Η -σχεδόν εν λευκώ- εξουσιοδότηση φαίνεται πως είναι γενικότερη, αφού η Αθήνα τηρεί αποστάσεις από τις διαπραγματεύσεις Ε.Ε. – ΗΠΑ για τους εμπορικούς δασμούς και δεν αναμειγνύεται σε κρίσιμα θέματα, όπως η σύνοδος της Ουάσινγκτον για τη διατλαντική συνεργασία στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών και ορυκτών.
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη


