Α. Π. Δημόπουλος: Εχει διέξοδο η Γαλλία;
Στη Δύση σήμερα για κάποιον λόγο ατομική ευημερία και συλλογική οικονομία συνδέονται παραδόξως αντιστρόφως ανάλογα.
Tο λέμε συχνά στην Ελλάδα ότι «στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα» ή μήπως υπάρχουν; Φυσικά και υπάρχουν, και αυτό κατεξοχήν συμβαίνει στη Γαλλία σήμερα – η χώρα βαδίζει προς εκλογές, που θα εκλέξουν νέα ηγεσία, όμως αυτή ίσως εντέλλεται να πορευθεί στο αδιέξοδο.
- Του Α. Π. Δημόπουλου
Γιατί; Γιατί από τη μία οι Γάλλοι διεκδικούν «ευημερία». Διαμαρτύρονται για το κόστος στέγης, τη μείωση των κοινωνικών παροχών, την ανεπάρκεια των υποδομών, την ανεργία, γενικότερα για την πτώση ενός «επιπέδου ζωής» που κάποτε θεωρούσαν εγγυημένα υψηλό – οι μαζικές μαθητικές διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών εξήγαγαν κάπως στον κόσμο την εξωτική ιδέα ότι ακόμα και στη Γαλλία υπάρχουν σχολεία με σπασμένα παράθυρα.
Από την άλλη όμως, κάθε αποκατάσταση ενός τέτοιου χαμένου «επιπέδου ζωής» προϋποθέτει πόρους, ωστόσο στη Γαλλία υπάρχει, αυτή τη στιγμή, οξύ πρόβλημα δημόσιων οικονομικών, με δημόσιο έλλειμμα 5,1%, δημόσιο χρέος που αναμένεται, να ξεπεράσει το 126% και αναιμική ανάπτυξη μόλις 0,8%. Ή, με άλλη διατύπωση, υπάρχει ένας φαύλος κύκλος.
Η αναιμική ανάπτυξη οδηγεί σε χαμηλά έσοδα, τα χαμηλά έσοδα σε ελλείμματα, τα ελλείμματα σε δανεισμό, ο δανεισμός σε υψηλότερο χρέος, το χρέος σε αυξανόμενο κόστος δανεισμού και τελικά όλα αυτά οδηγούν σε μείωση δαπανών ή αύξηση φόρων και αυτά με τη σειρά τους και σε ολοένα εντονότερη δυσαρέσκεια. Οπότε, εντός του κύκλου αυτού, το αδιέξοδο είναι τελικά το εξής: Κάθε απόπειρα να μειωθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια ενέχει επιδείνωση της οικονομίας. Ενώ κάθε απόπειρα να βελτιωθεί η οικονομία ενέχει επιδείνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Μάλιστα, η συζήτηση αυτή διεξάγεται πλέον προσωποποιημένα, με κεντρική υπόθεση εργασίας ότι νέα πρόεδρος της Γαλλίας θα αναδειχθεί, τον Μάιο του 2027, η κυρία Λεπέν, και με τον διεθνή Τύπο να επισημαίνει, ακριβώς, ότι θα πρέπει κάπως να διαχειριστεί το αδιέξοδο, πώς όμως; Πολύ περισσότερο, μάλιστα, γιατί ήταν η κυρία Λεπέν που εγκολπώθηκε εξαρχής αυτό το αίτημα για αποκατάσταση ενός χαμένου «επιπέδου ζωής και η σταδιακά αυξανόμενη δημοφιλία της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός αυτό.
Ετσι, για την κυρία Λεπέν το αδιέξοδο της Γαλλίας, για το οποίο μίλησα, μπορεί να μετασχηματιστεί σε προσωπικό πολιτικό αδιέξοδο. Γιατί, εάν εκλεγεί πρόεδρος, θα βρει μπροστά της (λένε) δύο εξίσου πολιτικά απωθητικές επιλογές, που αντιστοιχούν, ακριβώς, στα δύο σκέλη του διλήμματος. Η μία θα είναι να προσπαθήσει να κάνει πράξη τη «φιλολαϊκή» πολιτική της και να έρθει αντιμέτωπη με μια επιδείνωση της οικονομίας και μια ενδεχόμενη κρίση δανεισμού, που δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμη.
Μάλιστα, πολλοί βλέπουν αναλογίες με την ταπεινωτική παραίτηση της πρώην πρωθυπουργού της Βρετανίας Λιζ Τρας τον Οκτώβριο του 2022 μετά πενήντα μόνο ημέρες εξουσίας. Γιατί αυτό που έκανε ομοίως η κυρία Τρας ήταν να προσπαθήσει να εφαρμόσει ένα δημοφιλές μείγμα μείωσης φόρων και αύξησης δαπανών, μήπως και κατόρθωνε να αναστρέψει την ίδια διαλυτική αίσθηση «υποχώρησης ευημερίας» που υπήρχε και στη Βρετανία.
Αποτέλεσμα; Μια εκτίναξη του κόστους δανεισμού και μια δραματική υποχώρηση της λίρας, που υποχρέωσε την κυρία Τρας σε παραίτηση, ακριβώς γιατί οι αγορές έκριναν ότι η οικονομία δεν άντεχε αυτή τη δημοφιλή πολιτική. Μάλιστα, εάν η κυρία Λεπέν εφαρμόσει την πολιτική της και βρεθεί αντιμέτωπη με μια ανάλογη κατάσταση, η θέση της θα είναι ακόμα δυσκολότερη γιατί, αντίθετα με την κυρία Τρας, που μπορούσε πάντοτε να υπολογίζει ότι η Τράπεζα της Αγγλίας ήταν εκεί, ικανή να αποσοβήσει, έστω με μεγάλο κόστος, μια κρίση δανεισμού ως εθνικός πιστωτής, η Γαλλία δεν έχει την πολυτέλεια μιας δικής της κεντρικής τράπεζας.
Οπως άλλωστε έδειξε η ελληνική κρίση, κανείς δεν μπορεί ποτέ να θεωρήσει δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα εφαρμόσει την εκάστοτε βέλτιστη «εθνική πολιτική». Κάθε άλλο μάλιστα, στην περίπτωση της κυρίας Λεπέν υπάρχει το ενδεχόμενο μια τέτοια οικονομική κρίση να εκληφθεί αντιστρόφως από τα διευθυντήρια της Ευρώπης ως ευκαιρία για ισχυρό πλήγμα στο αφήγημα μιας κυβερνώσας άκρας Δεξιάς, που θα ζητά και δεν θα λαμβάνει την προσδοκώμενη βοήθεια σε ένα πρόβλημα που θα κατηγορηθεί ότι προκάλεσε η ίδια.
Αλλά εξίσου απωθητική είναι και η άλλη επιλογή (λένε) που θα έχει η κυρία Λεπέν στην περίπτωση που αποφασίσει, αντί να εφαρμόσει τη φιλολαϊκή της πολιτική, διακινδυνεύοντας μια οικονομική κρίση που δεν θα είναι εύκολα διαχειρίσιμη και θα ταυτιστεί εφεξής με το όνομά της (και ίσως την οδηγήσει να έχει την τύχη της κυρίας Τρας), να υπαναχωρήσει, αντιθέτως, από την πολιτική αυτή, επικαλούμενη η ίδια την οικονομία. Γιατί, στην περίπτωση αυτή, θα χάσει κάθε αξιοπιστία και την ίδια την αιτία της εκλογικής της νομιμοποίησης.
Ισως όμως τελικά η προσωποποίηση να μην έχει σημασία. Γιατί, ανεξαρτήτως Λεπέν, το αδιέξοδο της Γαλλίας είναι κατά κάποιον τρόπο δομικό. Το ίδιο πρόβλημα τέθηκε, έστω με άλλες διατυπώσεις, με αφορμή την ελληνική κρίση – είναι το πρόβλημα ότι στη Δύση σήμερα για κάποιον λόγο ατομική ευημερία και συλλογική οικονομία συνδέονται παραδόξως αντιστρόφως ανάλογα. Και ίσως το μόνο θετικό να είναι ότι η Γαλλία είναι πολύ σημαντική και τι καλύτερη αφορμή από μία πραγματική γαλλική «κρίση» για να δούμε επιτέλους κατάματα το παράδοξο; Γιατί, εάν δεν υπάρχει διέξοδος για τη Γαλλία, δεν θα υπάρχει για κανέναν.
