Μανώλης Κοττάκης: Πληθαίνουν οι Τσάμπερλεν
Η εξωτερική πολιτική, ειδικώς όταν τα έθνη βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, χρειάζεται θάρρος και αδιαλλαξία
Την περασμένη εβδομάδα ο τηλεοπτικός σταθμός Σκάι μετέδωσε αργά τη νύχτα τη βιογραφική ταινία για τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, κυρίαρχο σημείο της οποίας ήταν η αντιπαράθεσή του με τον Τσάμπερλεν επί της αρχής για τη στρατηγική απέναντι στη Γερμανία. Ο μεγάλος Βρετανός πολιτικός σε συνθήκες πολέμου απέρριψε στο παρασκήνιο την εισήγηση του πρώην πρωθυπουργού για συνεννόηση της Αγγλίας με τον Χίτλερ μέσω Μουσολίνι προκειμένου να αποφευχθεί η γερμανική εισβολή στο νησί, και με φανατισμό εφήβου υιοθέτησε μία εξωτερική πολιτική αδιαλλαξίας, με τελικό αποτέλεσμα τη νίκη.
Η Βρετανία δεν παραδόθηκε στον ναζισμό. Προφανώς και δεν είναι εύκολες αυτές οι αποφάσεις. Είναι προσωπική αναμέτρηση του ηγέτη με την Ιστορία, αλλά και ανάληψη βαρύτατων προσωπικών ευθυνών για την πορεία του έθνους. Για να το καταφέρει αυτό ο Τσόρτσιλ επιστράτευσε το Κοινοβούλιο, στο οποίο μίλησε σε ασυνήθιστα ευθεία γλώσσα για το τι μπορεί να υποσχεθεί (αίμα, δάκρυα και ιδρώτα), αλλά επιστράτευσε και τον ίδιο τον λαό, το φρόνημα του οποίου ανέταξε. Διέλυσε την ηττοπάθεια, έκρυψε αδυναμίες των ενόπλων δυνάμεων, επιστράτευσε επιστήμονες για νέα όπλα, δημιούργησε φλόγα στις ψυχές των ανθρώπων και με σύμμαχο αυτό το συναίσθημα κατάφερε να υλοποιήσει την πολιτική του.
Στις μέρες μας ένας πολιτικός σαν τον Τσόρτσιλ την ώρα που εφάρμοζε αυτή την πολιτική και πριν καταλήξει στο αποτέλεσμα θα αποκαλείτο από την κυρίαρχη ελίτ «εθνολαϊκιστής». Οχι πατριώτης. Επισημαίνω τη σύμπτωση της προβολής της ταινίας του Τσόρτσιλ, που μας έδειξε ότι ένας λαός με πίστη μπορεί να σταθεί μόνος στα πόδια του, με ορισμένα ενδιαφέροντα γεγονότα που δείχνουν τον βαθμό του φρονήματος που υπάρχει σε διάφορα «διαμερίσματα» της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας αυτή τη στιγμή, όχι στο σύνολό της.
Δημοσιεύτηκε άρθρο καθηγητού «γκουρού» της εξωτερικής πολιτικής και εξ απορρήτων συνομιλητή του πρωθυπουργού, ο οποίος ψαλίδισε τις ελπίδες των πολιτών για επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια με το επιχείρημα ότι θα δημιουργήσει, αυτή ήταν η φράση του, «φράχτη κυριαρχίας» που θα κλείσει το Αιγαίο, θα εμποδίσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και αυτό δεν θα αρέσει στους συμμάχους μας. Η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου το οποίο κερδίσαμε στην Τζαμάικα το 1982 στη διάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας χαρακτηρίστηκε λοιπόν «φράχτης κυριαρχίας»! Ο,τι λένε οι Τούρκοι.
Σε άλλη του παρέμβαση ο ίδιος «γκουρού» έσπευσε να τονίσει ότι η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από το Κοινοβούλιο της Λιβύης είναι μία συμβολική πράξη και ότι το μνημόνιο αυτό είναι έγκυρο από τη σύναψή του μεταξύ δύο κρατών! Τσάμπερλεν με τα όλα του. Διάθεση για μάχη, καμία. Μόνο «σέρβις». Λίγες μέρες αργότερα αποκαλύφθηκε ο βαθμός προσήλωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα είναι μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και ασκεί την προεδρία του αυτή την εποχή. Η σύμπτωση της κρίσης με το τουρκολιβυκό μνημόνιο τη βρήκε να κάθεται σε προνομιακή θέση στα έδρανα του κορυφαίου αυτού θεσμού της διεθνούς κοινότητας. Οπως εύστοχα όμως παρατήρησε στο χθεσινό του άρθρο στο «Βήμα» ο Ευάγγελος Βενιζέλος, παρότι παρουσιάστηκαν με πληρότητα οι ελληνικές θέσεις από τον πρωθυπουργό, η Ελλάδα δεν επέλεξε να κάνει προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας για το κρίσιμο αυτό θέμα, όπως έκανε το 1976 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για τα Ελληνοτουρκικά. Ούτε ζήτησε την έκδοση ψηφίσματος.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες από τη Νέα Υόρκη, ψήφισμα για τη Λιβύη τελικώς κατατέθηκε, με τη διαφορά ότι σε αυτό δεν περιελήφθησαν οι όροι «Διεθνές Δίκαιο» και «Δίκαιο της Θάλασσας»! Ηταν μοναδική ευκαιρία που είχε η ελληνική εξωτερική πολιτική και ο μόνος που στάθηκε στην Ελλάδα στην αποχή της από την ψηφοφορία ήταν η… Ρωσία. Η Ελλάδα θα μπορούσε να μην είχε ούτε την Κίνα απέναντί της, που έχει ενστάσεις για το Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς έχει ανοιχτές δικές τις υποθέσεις στη Σινική Θάλασσα. Θα μπορούσε με τη διπλωματία και με όπλο τον Πειραιά να είχε οδηγήσει εκείνη στην αποχή.
Αλλά αυτό προϋποθέτει ισχυρές σχέσεις εμπιστοσύνης. Και το μόνο που έκανε ο κύριος Μητσοτάκης στην τελευταία του συνέντευξη στον Σκάι είναι να δηλώνει περίπου εμπροσθοφυλακή των Ευρωπαίων στη μάχη για την αποφυγή της διείσδυσης των κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Είναι εύκολο να κάνεις διεθνή καριέρα με αυτά τα θέματα και να ικανοποιείς τα ιερατεία των Βρυξελλών, ωστόσο έρχεται μια μέρα που αυτό το πληρώνεις στις διμερείς σχέσεις.
Ετσι, οι Τσάμπερλέν μας δεν τόλμησαν να θέσουν το ζήτημα της εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας σε ψηφοφορία για να μη χάσουμε, και επέλεξαν την αποχή. Ενώ στην πραγματικότητα, αν το έπρατταν, ακόμα και υπό δυσμενείς όρους, αυτός που θα εκτίθετο είναι ο ΟΗΕ, που είναι ο θεματοφύλακας της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας. Στον δημόσιο διάλογο όμως προστέθηκαν και οι απόψεις κι άλλων νέων Τσάμπερλεν, οι οποίοι, πλαγίως και με ευγενικό τρόπο, εισηγούνται μετά την ήττα στη Λιβύη την έναρξη διεθνών διαπραγματεύσεων Ελλάδας – Τουρκίας για την οριοθέτηση αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.
Χωρίς να έχουν προηγηθεί οριοθετήσεις με την Αίγυπτο και την Κύπρο. Ή συνεννοήσεις και με άλλες χώρες της Μεσογείου, όπως το Ισραήλ. Από την εποχή του Κώστα Καραμανλή, με υφυπουργό Εξωτερικών τον Γιάννη Βαληνάκη, μέχρι και τις ημέρες της παρούσας κυβέρνησης, με υπουργό Εξωτερικών τον Νίκο Δένδια, η εθνική στρατηγική προέβλεπε συνεννόηση με όλα αυτά τα κράτη για κοινή θέση επί του Δικαίου της Θάλασσας και στο τέλος διαπραγμάτευση με την Τουρκία.
Τώρα κάποιοι μας εισηγούνται το ανάποδο. Διαπραγμάτευση με την Τουρκία απευθείας, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η οριοθέτηση με την Αίγυπτο, την Κύπρο και συνεννόηση με το Ισραήλ. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας στο παρελθόν είχε καλέσει ανοιχτά τον Ελληνα πρωθυπουργό στην έναρξη διαπραγματεύσεων γι’ αυτό το θέμα. Η λογική των απευθείας διαπραγματεύσεων με την Τουρκία υιοθετείται εξαιτίας του φόβου μίας πολεμικής σύρραξης. Ενώ στην ουσία ο φόβος της σύρραξης θα έπρεπε να νουθετήσει αυτούς οι οποίοι πολιτεύονται με μαξιμαλισμούς εναντίον των εθνικών μας συμφερόντων στη Μεσόγειο.
Η ελληνική προεδρία και η συμμετοχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σημαδεύτηκαν από ακόμη μία επιτυχία των Τσάμπερλεν. Ο Τούρκος διπλωμάτης και έμπιστος συνομιλητής του προέδρου Ερντογάν κύριος Σινιρλίογλου θα είναι υποψήφιος για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ! Λέγεται μάλιστα πως η στήριξη της υποψηφιότητάς του συζητήθηκε στις πρόσφατες επικοινωνίες του προέδρου Ερντογάν με τους προέδρους Τραμπ και Μακρόν. Αν και η υποψηφιότητα του Τούρκου, που προκαλεί ούτως ή άλλως αίσθηση, πρώτον χρειάζεται τη συναίνεση της Ρωσίας και δεύτερον έχει ισχυρότατους ανταγωνιστές από τη Λατινική Αμερική (είναι η σειρά της), αυτό δεν αναιρεί τις ευθύνες των Ελλήνων Τσάμπερλεν.
Η Ελλάς (σε αντίθεση με την Κύπρο) ψήφισε τον Σινιρλίογλου για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΑΣΕ και του έδωσε το «λούστρο» που χρειάζεται για να διεκδικήσει τώρα ανώτερο αξίωμα. Γίναμε δηλαδή στο όνομα του ρεαλισμού μέρος της στρατηγικής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής! Στους Τσάμπερλεν να προσθέσουμε και το πρωτοφανές που είπε στη Βουλή η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη αιτιολογώντας γιατί θα μείνει μυστική η συμφωνία Ελλάδος – Βουλγαρίας για τα κειμήλια.
Οσο καλή διάθεση κι αν έχει κανείς να προσεγγίσει μία τοποθέτηση υπουργού της ελληνικής κυβέρνησης που λέει ότι κρύβουμε το μνημόνιο για να μην «υπονομεύσουμε τη στρατηγική μας», το ερώτημα προκύπτει αδήριτο και απευθείας προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη: Υπογράφει μυστικά πρωτόκολλα με γειτονικές χώρες η Ελλάδα και δεν τα γνωρίζει ο ελληνικός λαός; Από πότε οι διεθνείς συμφωνίες και τα διεθνή μνημόνια συνεργασίας παραμένουν μυστικά;
Ποια Δημοκρατία του κόσμου εφαρμόζει τέτοιους κανόνες; Υπό προϋποθέσεις και ανάλογα με το θέμα, όταν εκλεγμένη κυβέρνηση υπογράφει μυστικά μνημόνια με άλλη κυβέρνηση, πέρα από τις πρόνοιες του Συντάγματος, και τα κρατάει μυστικά αντιμετωπίζει προοπτικά και αναλόγως των εξελίξεων τον κίνδυνο του ειδικού δικαστηρίου. Διότι δημιουργεί προηγούμενο. Δεν είναι δηλαδή μόνο η υπόθεση της Βουλγαρίας. Είναι και η πιθανότητα να υπογράψουν αύριο ένα μυστικό πρωτόκολλο με απαράδεκτες εθνικές θέσεις και παραχωρήσεις και να υποστηρίξουν ότι αυτό μένει κρυφό για να μην υπονομευτεί η στρατηγική. Ποια στρατηγική; Της παράδοσης;
Θυμίζουμε στο τέλος ποια ήταν η πολιτική τύχη του Τσάμπερλεν. Η εξωτερική πολιτική, ειδικώς όταν τα έθνη βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, χρειάζεται θάρρος και αδιαλλαξία. Το έχει πει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά αν δεν αρέσει στον κύριο πρωθυπουργό ο Καραμανλής, ας δει πώς διαπραγματεύτηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Λωζάννη ως ηττημένος. Με αδιαλλαξία.
