Α. Π. Δημόπουλος: ΗΠΑ: Τρεις υπερβάσεις των ενδιάμεσων εκλογών

Η πρόβλεψη ότι το GOP θα χάσει και τη Γερουσία εισάγει μια διάσταση καθολικής ήττας για την προεδρία Τραμπ

Μέχρι λίγους μόνο μήνες νωρίτερα οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ είχαν τη μορφή πολιτικά διαχειρίσιμου δίπολου – οι Δημοκρατικοί θα έπαιρναν πίσω τη Βουλή, οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρούσαν τον έλεγχο της Γερουσίας, αμφότεροι, με τον τρόπο τους, θα μπορούσαν να αρθρώσουν ένα αφήγημα «νίκης».

  • Του Α. Π. Δημόπουλου

Σήμερα όμως και με το αποτέλεσμα να επίκειται η πρόβλεψη ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (GOP) θα χάσει και τη Γερουσία εισάγει μια διάσταση καθολικής ήττας για την προεδρία Τραμπ. Οχι ότι δεν είναι στην εγγενή φύση τους οι εκλογές στη Γερουσία να ανατρέπουν προγνωστικά – κάθε άλλο, αντίθετα με τη Βουλή, που εκλέγεται σύσσωμη και κατά κάποιο τρόπο εκφράζει την πολιτική τάση της στιγμής, η Γερουσία απλώς «ανανεώνεται» στο ένα τρίτο της δύναμής της, οπότε το τελικό αποτέλεσμα εντάσσεται σε έναν ήδη διαμορφωμένο συσχετισμό.

Επί του παρόντος ευνοεί τους Ρεπουμπλικάνους, που ελέγχουν 53/100 από τις έδρες της, πράγμα που σημαίνει ότι για να ανακτήσουν τον έλεγχο οι Δημοκρατικοί, χρειάζονται να κερδίσουν σε τέσσερις πολιτείες με Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές (47+4=51) και να μη χάσουν καμία με Δημοκρατικούς, πράγμα διόλου απλό, πόσο μάλλον καθώς στη Γερουσία τα κριτήρια δεν είναι μόνο εθνικά αλλά και τοπικά, ενώ συχνά το τελικό αποτέλεσμα ενέχει και προσωποπαγείς αβεβαιότητες, όταν το πρόσωπο ενός υποψήφιου γερουσιαστή είναι ευρύτερης αποδοχής από το κόμμα του.

Εντούτοις, αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει μια νίκη των Ρεπουμπλικάνων (ή μια πύρρειο νίκη των Δημοκρατικών, που εάν κερδίσουν τρεις έδρες και 50/100 της Γερουσίας, θα συνεχίσουν να παραμένουν σε τεχνική μειοψηφία, γιατί, όταν υπάρχει ισοψηφία, λογίζεται διπλή η ψήφος του εκάστοτε αντιπροέδρου που προεδρεύει του σώματος, εν προκειμένω του Τζέι Ντι Βανς), πιθανότερη εκδοχή παραμένει ότι οι Δημοκρατικοί θα κατακτήσουν τις τέσσερις έδρες που τους λείπουν (οι δημοσκοπήσεις προβλέπουν ίσως έξι) και αυτό δεν θα είναι απλώς σημαντικό, γιατί θα βάλει μεγάλο αστερίσκο στην εφεξής ακώλυτη άσκηση της εξουσίας από τον κ. Τραμπ, αλλά επιπροσθέτως γιατί θα σημάνει μια ποιοτικότερη πολιτική αλλαγή. Και αυτό γιατί στη Γερουσία η αριθμητική είναι παραπλανητική – ένα κέρδος 4 έως 6 εδρών δεν είναι ένας απλός αριθμός αλλά ένας πολλαπλασιαστής.

Και ο λόγος είναι ότι με την Αμερική παραδοσιακά οριοθετημένη σε «μπλε» (δημοκρατικές) και «κόκκινες» (ρεπουμπλικανικές) πολιτείες (και με έναν μικρό αριθμό πολιτικά αστάθμητων πολιτειών), ενδεχόμενη νίκη των Δημοκρατικών σε αυτές τις 4-6 πολιτείες θα έχει όντως διάσταση πολλαπλασιαστή, γιατί αυτές οι πολιτείες λογίζονται ακριβώς «κόκκινες».

Με άλλα λόγια, εάν τελικά οι Δημοκρατικοί πάρουν τη Γερουσία, θα έχουν επιτύχει, προ μιας αριθμητικής πλειοψηφίας, μια πολιτική υπέρβαση και μπορεί πράγματι να το αποτυπώσει κανείς έστω σχηματικά αυτό μιλώντας για τρεις μόνο πολιτείες, το Τέξας, το Μίσιγκαν και το Κάνσας – γιατί εάν αυτές κερδηθούν, θα μιλάμε όντως «πέραν των αριθμών».

Καταρχάς, μία νίκη στο Τέξας θα ενέχει μια συμβολική-δυναστική υπέρβαση. Οχι τόσο γιατί το Τέξας έχει να εκλέξει 30 χρόνια δημοκρατικό γερουσιαστή (παραδοσιακά ρεπουμπλικανική πολιτεία και έδρα των Μπους, το πλησιέστερο που διαθέτει η Αμερική, μαζί με τους Κένεντι, ως οιονεί δυναστικό σύμβολο), αλλά γιατί ενέχει παγιωμένους συνειρμούς ήττας για τους Δημοκρατικούς – κάθε φορά που «ποντάρουν» το μείζον στο Τέξας χάνουν.

Οι μοιραίες εκλογές του 1988

Από τις μοιραίες προεδρικές εκλογές του 1988 (όταν ο Μάικλ Δουκάκις επιχείρησε να «παίξει τον Μπους στην έδρα του», επιλέγοντας ως υποψήφιο αντιπρόεδρο τον διαπρεπή γερουσιαστή του Τέξας Λόιντ Μπέντσεν, καταλήγοντας να ηττηθεί οικτρά) έως το 2018, όταν οι Δημοκρατικοί έδωσαν τα πάντα προσπαθώντας να εκλέξουν γερουσιαστή τον φωτογενή Μπέτο Ο’Ρουρκ στην ακριβότερη πολιτική εκστρατεία που γνώρισε ποτέ η Αμερική και έχασαν και πάλι – οπότε, αν με τον χριστιανό ακτιβιστή Τζέιμς Ταλάρικο το επιτύχουν επιτέλους, δεν θα έχουν πάρει απλώς μια έδρα, αλλά θα έχουν σηματοδοτήσει μια συμβολική-δυναστική υπέρβαση.

Και εάν νικώντας στο Τέξας βαδίσουν το συμβολικό «άβατο», νικώντας στο Μίσιγκαν, θα έχουν υπερβεί και ένα αφηγηματικό «άβατο». Γιατί μπορεί το Μίσιγκαν να θεωρείται μια άλλοτε δημοκρατική και σήμερα πολιτικά αμφίρροπη πολιτεία (ο κ. Τραμπ την κέρδισε δύο φορές) αλλά ο δημοκρατικός υποψήφιος Αμπντού Ελ-Σαϊέντ διαθέτει αυτό ακριβώς το προφίλ που η ρεπουμπλικανική Αμερική ορίζει ως «μη εκλόγιμο» – ένας αριστερός μουσουλμάνος, που επικρίνει στεντόρεια το Ισραήλ και τον οποίο ο κ. Τραμπ χαρακτηρίζει ανοιχτά «τζιχαντιστή», που θέλει να επιβάλει τη σαρία (και η οικογένεια του οποίου φέρεται ότι συνδεόταν με την al-Qaeda).

Οπότε, αν τελικά, οι Δημοκρατικοί εκλέξουν τον Ελ-Σαϊέντ, θα έχουν υπερβεί και το αφήγημα ενός αρχετυπικού πολιτικού εχθρού και τη ρητορική του κ. Tραμπ στην πειστικότερη εκδοχή της γενικότερα. Και τέλος υπάρχει και το Κάνσας, μια «κόκκινη» πολιτεία στην πιο καθαρή δημογραφική της εκδοχή – μια πολιτεία που έχει να εκλέξει γερουσιαστή των Δημοκρατικών από το 1939 (δηλαδή από την εποχή της κυριαρχίας των Δημοκρατικών επί Ρούσβελτ).

Και που εάν όντως το πράξει σε αυτές τις εκλογές, οι Δημοκρατικοί θα έχουν υπερβεί και τη σκληρή διαχωριστική γραμμή μεταξύ «μπλε» και κόκκινων» πολιτειών, γιατί ουδέν πιο κόκκινο από το Κάνσας. Ή, με άλλη διατύπωση, δεν είναι τόσο ότι οι Δημοκρατικοί μπορεί να ανακτήσουν τελικά τη Γερουσία, αλλά ότι μια νίκη σε μέρη τα οποία θα λογίζονταν «άβατα» σε κανονικές εποχές θα δείξει ότι τελικά δεν ζούμε σε τέτοιες εποχές.