Δημοψήφισμα για τον Τραμπ οι ενδιάμεσες εκλογές
Η ακρίβεια, οι συσχετισμοί στο Κογκρέσο και οι διεθνείς κρίσεις διαμορφώνουν την εκλογική αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου
Ο ι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πλέον στην τελική ευθεία. Αν και η προεδρία δεν διακυβεύεται, η αναμέτρηση αποτελεί ένα άτυπο δημοψήφισμα για την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, με το αποτέλεσμα να μπορεί να αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο και να επηρεάσει καθοριστικά τη δεύτερη διετία μιας ταραχώδους μέχρι στιγμής διακυβέρνησης. Οι Ρεπουμπλικάνοι επιδιώκουν να διατηρήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, ώστε ο πρόεδρος να συνεχίσει να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα με όσο το δυνατόν λιγότερα εμπόδια.
Οι Δημοκρατικοί, από την πλευρά τους, επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια για την οικονομία, το αυξημένο κόστος ζωής και τις επιλογές του Λευκού Οίκου στην εξωτερική πολιτική, διεκδικώντας την επιστροφή τους με ένα «μπλε κύμα». Το διακύβευμα των ενδιάμεσων εκλογών δεν περιορίζεται στην κατανομή των εδρών. Αφορά την ικανότητα του Τραμπ να κυβερνά χωρίς ουσιαστικούς κοινοβουλευτικούς περιορισμούς, αλλά και το πόσο ηχηρό θα είναι το μήνυμα δυσαρέσκειας που θα στείλουν οι ψηφοφόροι στην κυβέρνηση.
Η ακρίβεια είναι ο αδύναμος κρίκος του Λευκού Οίκου, με την οικονομία να βρίσκεται στο επίκεντρο της εκλογικής αντιπαράθεσης. Οι τιμές των τροφίμων, των καυσίμων, της στέγασης και της υγειονομικής περίθαλψης εξακολουθούν να πιέζουν τα αμερικανικά νοικοκυριά, καθιστώντας την αγοραστική δύναμη βασικό κριτήριο για την επιλογή των ψηφοφόρων. Ενας στους δύο ψηφοφόρους θεωρεί την ακρίβεια το σημαντικότερο ζήτημα των εκλογών, με τους δείκτες αποδοχής της οικονομικής διαχείρισης του Τραμπ να κατακρημνίζονται. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να αντιστρέψει το κλίμα με οικονομικές υποσχέσεις και παροχές.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εξαγγελία καταβολής 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό, υπό την προϋπόθεση ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να μετατρέψουν την οικονομική δυσαρέσκεια σε εκλογικό πλεονέκτημα, υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνητικές επιλογές δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τα νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ επενδύει στη συσπείρωση της συντηρητικής βάσης, επιστρατεύοντας μηνύματα του MAGA για τη θρησκεία, την πολιτισμική ταυτότητα και τον χαρακτήρα της αμερικανικής κοινωνίας.
Δημοσκοπήσεις
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν βελτίωση της θέσης των Δημοκρατικών σε αρκετές περιφέρειες της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το κόμμα επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή του ακόμα και σε περιοχές που είχαν στηρίξει τον Τραμπ με σημαντική διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024. Ωστόσο, η ανατροπή των συσχετισμών δεν είναι δεδομένη. Οι τοπικές ιδιαιτερότητες, η συμμετοχή των ψηφοφόρων και η ανθεκτικότητα των υποψηφίων στις ανταγωνιστικές περιφέρειες θα κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Πιο δύσκολη είναι η εξίσωση στη Γερουσία. Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν 53 έδρες, ενώ οι Δημοκρατικοί και οι ανεξάρτητοι που συνεργάζονται μαζί τους συγκροτούν την άλλη πλευρά του σώματος.
Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται σημαντικά εκλογικά κέρδη για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία, με τις αναμετρήσεις σε πολιτείες όπως η Αϊοβα, το Κάνσας, το Μέιν, το Μίσιγκαν, το Οχάιο και το Τέξας να αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ιστορία των ενδιάμεσων εκλογών δείχνει ότι το κόμμα του προέδρου συνήθως χάνει έδρες στη Βουλή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι απώλειες μεταφέρονται αυτομάτως και στη Γερουσία. Τα δύο Σώματα μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική εκλογική πορεία, γεγονός που καθιστά πιθανό ένα σύνθετο αποτέλεσμα.
Η έκβαση της κάλπης θα έχει συνέπειες και στην εξωτερική πολιτική. Εάν ενισχυθούν οι Δημοκρατικοί, θα μπορούσαν να πιέσουν για μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό έλεγχο του πολέμου με το Ιράν, να διεκδικήσουν νέα βοήθεια προς την Ουκρανία και να ζητήσουν αυστηρότερους όρους για τη στρατιωτική ενίσχυση του Ισραήλ.
Την ίδια ώρα, η ενεργειακή κρίση και οι επιπτώσεις του πολέμου στις τιμές των καυσίμων συνδέουν άμεσα τη διεθνή πολιτική με την καθημερινότητα των Αμερικανών. Οι εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω το οικονομικό κλίμα. Εάν ο Τραμπ βγει αποδυναμωμένος από τις εκλογές, θα μπορούσε να επιδιώξει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στο εξωτερικό, δίνοντας έμφαση στην πολιτική του παρακαταθήκη. Αναλυτές εκτιμούν ότι δεν αποκλείεται να επιλέξει πιο αποφασιστικές κινήσεις απέναντι στο Ιράν, εκτίμηση που παραμένει σενάριο και όχι βεβαιότητα.
Οι αγορές παρακολουθούν την αναμέτρηση με το βλέμμα στραμμένο στη φορολογία, στις δημόσιες δαπάνες, στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις και στη δημοσιονομική σταθερότητα. Ιστορικά στοιχεία που παρατίθενται στο υλικό δείχνουν ότι οι αμερικανικές μετοχές συχνά καταγράφουν θετικές αποδόσεις τους μήνες μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα επικρατεί. Η προσδοκία ότι μια διαιρεμένη κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει τις αιφνιδιαστικές πολιτικές αλλαγές αποτελεί έναν από τους παράγοντες που εξετάζουν οι επενδυτές. Ωστόσο, τα ιστορικά δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι η πολιτική παράλυση ευνοεί πάντοτε τις αγορές. Η πορεία του πληθωρισμού, τα επιτόκια, τα εταιρικά κέρδη και η διεθνής συγκυρία παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες.
Τρία σενάρια για την επόμενη ημέρα
Διατήρηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων από τους Ρεπουμπλικάνους. Σε αυτή την περίπτωση ο Τραμπ θα διατηρούσε το ευνοϊκότερο θεσμικό περιβάλλον για την προώθηση της ατζέντας του. Η κυβέρνηση θα είχε μεγαλύτερα περιθώρια στις δημοσιονομικές επιλογές, στη φορολογία και στο ρυθμιστικό πλαίσιο των επιχειρήσεων. Παράλληλα, θα μπορούσε να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως επιβεβαίωση της πολιτικής της, αν και η πίεση από το κόστος ζωής και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος δεν θα εξαφανίζονταν.
Επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Πρόκειται για εξέλιξη που θα περιόριζε την πολιτική ελευθερία κινήσεων του Λευκού Οίκου. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να εντείνουν τις έρευνες, να οργανώσουν δημόσιες ακροάσεις και να απαιτήσουν εξηγήσεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους. Θα αποκτούσαν επίσης μεγαλύτερη επιρροή στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, χωρίς όμως να μπορούν να επιβάλουν μονομερώς το σύνολο των πολιτικών τους προτεραιοτήτων.
Ελεγχος και των δύο Σωμάτων από τους Δημοκρατικούς. Αν το μπλε κύμα γίνει τσουνάμι, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη πολιτική ανατροπή, καθώς θα έδινε στην αντιπολίτευση περισσότερα εργαλεία για να μπλοκάρει πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, να ελέγχει τη χρηματοδότηση και να επηρεάζει τις νομοθετικές προτεραιότητες. Παράλληλα, θα ενίσχυε τη δυνατότητά της να προωθεί δικές της προτάσεις, εφόσον εξασφάλιζε τις απαιτούμενες πλειοψηφίες. Ακόμα και σε αυτό το σενάριο, πάντως, ο Τραμπ θα διατηρούσε το προεδρικό βέτο και σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες. Συνεπώς, μια δημοκρατική πλειοψηφία δεν θα σήμαινε αυτομάτως αλλαγή πολιτικής, αλλά θα δημιουργούσε συνθήκες εντονότερης αντιπαράθεσης και διαπραγματεύσεων.
Η 3η Νοεμβρίου δεν θα κρίνει μόνο ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο. Θα καθορίσει το εύρος των πολιτικών πρωτοβουλιών που θα μπορεί να αναλάβει ο Τραμπ, τη δυνατότητα των Δημοκρατικών να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο και το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθούν η αμερικανική οικονομία και η εξωτερική πολιτική τα επόμενα δύο χρόνια.
