Το έχω τάμα να παρευρίσκομαι στον αγιασμό των υδάτων κάθε χρόνο στο λιμάνι του Πειραιά. Από τότε, παιδάκι, που μας έπαιρναν οι γονείς μας στην τελετή «για να δούμε τον βασιλιά και τη βασίλισσα», μου άρεσε να βλέπω και να ακούω τη Φιλαρμονική του Ναυτικού και του δήμου (με μαέστρο τον αλησμόνητο δάσκαλό μου Δώρο Φακιολά), να ακούω τα βαπόρια να σφυρίζουν και τα πολεμικά πλοία να ενεργοποιούν τη σειρήνα τους, να βλέπω τους τολμηρούς να βουτούν στο νερό και ύστερα να πηγαίνουμε στον Βασιλικό Ναυτικό Ομιλο, στην Καστέλα, για την καθιερωμένη δεξίωση.
Τυχερός που ο πατέρας ήταν σχεδόν ισοβίως μέλος των διοικητικών συμβουλίων του Ιατρικού Συλλόγου Πειραιώς και ήταν προσκεκλημένος. Με τα χρόνια, ως εκ της δημοσιογραφίας αλλά και της ενασχολήσεως με τα κοινά, πέρασα και εγώ στον κατάλογο των προσκεκλημένων κι έτσι κάθε 6 Ιανουαρίου όλοι ξέρουν πού θα με βρουν! Ως εκ της επαγγελματικής ιδιότητος -και διαστροφής-, μου αρέσει να στέκομαι σε μια γωνιά της εξέδρας των επισήμων και να παρατηρώ τον κόσμο.
Να βλέπω τα καλογυαλισμένα παπούτσια των στρατιωτικών και τις καλοσιδερωμένες και πεντακάθαρες στολές τους και αμέσως να κάνω αντιπαραβολή με την απαράδεκτη εικόνα που παρουσιάζουν πλέον οι περισσότεροι επίσημοι, οι οποίοι εκπροσωπούν την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη δημοτική Αρχή και λοιπούς φορείς. Οσο περνούν τα χρόνια τόσο χάνει η τελετή σε λαμπρότητα. Θυμάμαι τον δήμαρχο Πειραιώς, τον Σαπουνάκη (της Αριστεράς), να προσέρχεται με φράκο και παπιγιόν. Με το ίδιο ντύσιμο προσέρχονταν ο πρωθυπουργός, οι υπουργοί αλλά και οι περισσότεροι εκ των δημοτικών συμβούλων. Ο βασιλεύς φορούσε τη μεγάλη στολή και η βασίλισσα μακριά τουαλέτα και -οπωσδήποτε- καπέλο, όπως και οι περισσότερες κυρίες.
Φτωχή ήταν τότε η Ελλάδα, μόλις που είχε αρχίσει να συνέρχεται από τον πόλεμο και την εμφύλια αιματηρή περιπέτεια. Αλλά υπήρχε σεβασμός απέναντι στην εορτή, απέναντι στην τελετή, που απαιτούσε «ένδυμα επίσημον». Εβλεπα χθες κάποιους που είχαν έλθει λες και μόλις είχαν σηκωθεί από το κρεβάτι! «Πάλι καλά που δεν έρχονται με τις πιτζάμες ή τη φόρμα του τζόκινγκ» σκέφτηκα. Καλά δεν μιλάμε για σκούρο ένδυμα, για γραβάτα, για παπούτσι καλογυαλισμένο. Ο άλλος φορά κοστούμι, με μπλουζάκι μακό και «σπορτέξ» άσπρα και ποζάρει πρώτη μούρη, λες και δεν μπορεί να φορέσει ένα ρούχο της προκοπής.
Στην οικοδομή δούλευαν οι φίλοι μου, αλλά στην εκκλησία έρχονταν με άσπρο πουκάμισο και γραβάτα! Οχι για επίδειξη, αλλά από σεβασμό. Εβλεπα κάτι μπλουτζίν, κάτι αμπέχονα, κάτι κοστούμια λες και τα είχαν βγάλει από τον κλίβανο. Οφείλω να πω ότι πιο καλοντυμένες ήταν οι γυναίκες. Μήπως τελικά θα πρέπει να επιστρέψουμε στο «υποχρεωτικώς επίσημον ένδυμα»; Πόνεσαν πλέον τα ματάκια μας από την ατημελησία και το άρπα κόλλα.
Η ΑΚΙΣ

