Υπήρχε μια παλιά πολιτική σχολή που έλεγε ότι δεν αρκεί κάτι να είναι νόμιμο. Πρέπει και να αντέχει στον έλεγχο της πολιτικής ηθικής. Και όσο παράδοξο κι αν ακούγεται σήμερα, αυτή η αντίληψη υπήρχε ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες το πολιτικό σύστημα μόνο ως υπόδειγμα διαφάνειας δεν μπορούσε να παρουσιαστεί…
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Ο Λευτέρης Βερυβάκης διετέλεσε, μεταξύ άλλων, στις κυβερνήσεις της πρώτης οκταετίας Παπανδρέου υπουργός Δικαιοσύνης. Η σύζυγός του, Λίλα Χριστοφορίδου, είχε εκλεγεί βουλευτής Επικρατείας το 1981, αλλά μετά τον γάμο τους δεν πολιτεύτηκε ξανά. Και όταν ο Βερυβάκης ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης, έκανε κάτι ακόμα: ανέστειλε τη λειτουργία του δικηγορικού της γραφείου.
Γιατί; Οχι επειδή κάποιος νόμος την υποχρέωνε ή υπήρχε τυπικό ασυμβίβαστο. Αλλά επειδή θεωρούσε αδιανόητο ο σύζυγός της να είναι πολιτικός προϊστάμενος της Δικαιοσύνης και εκείνη να εμφανίζεται ως δικηγόρος ενώπιον δικαστών στις δικαστικές αίθουσες. Τυπικό κώλυμα δεν υπήρχε. Υπήρχε όμως κάτι που στη σημερινή πολιτική ζωή μοιάζει σχεδόν εξωτικό: αίσθηση ορίων.
Η ιστορία αυτή, που τη θυμούνται οι παλαιότεροι, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οχι επειδή οι δύο περιπτώσεις είναι ταυτόσημες. Αλλά επειδή ο ίδιος επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος μιας νεότερης πολιτικής γενιάς, απαλλαγμένης από τις νοοτροπίες που απαξίωσαν το πολιτικό σύστημα. Ως ένας από εκείνους που φιλοδοξούν όχι απλώς να κληρονομήσουν το ΠΑΣΟΚ, αλλά να το αλλάξουν.
Κι όμως, μετά την αποκάλυψη της «δημοκρατίας» για τις συμβάσεις της οικογενειακής εταιρίας, η απάντησή του καταφεύγει ουσιαστικά στο παλιότερο και βολικότερο καταφύγιο του πολιτικού συστήματος: δεν υπάρχει τίποτε παράνομο. Μα αυτό ακριβώς είναι το θέμα…
Το πολιτικό ερώτημα δεν εξαντλείται στο αν παραβιάστηκε κάποια διάταξη του Ποινικού Κώδικα ή αν υπάρχει τυπικό ασυμβίβαστο. Αφορά το αν ένας εν ενεργεία βουλευτής, που φιλοδοξεί μάλιστα να εκφράσει το «καινούργιο», αντιλαμβάνεται ότι η πολιτική απαιτεί περισσότερα από την απλή τήρηση του νόμου. Απαιτεί να αποφεύγονται ακόμα και οι σκιές σύγκρουσης συμφερόντων, να δίνονται καθαρές απαντήσεις και να μην αντιμετωπίζεται κάθε εύλογο ερώτημα ως εχθρική επίθεση.
Διαφορετικά ποια ακριβώς είναι η «νέα γενιά» που ευαγγελίζεται; Εκείνη που αλλάζει ηλικίες αλλά διατηρεί αναλλοίωτες τις δικαιολογίες των προηγουμένων;
Το χειρότερο είναι η προσπάθεια να παρακαμφθεί η πολιτική ουσία. Αντί να σταθεί απέναντι στα συγκεκριμένα ερωτήματα και να δώσει σαφείς απαντήσεις, ο αποκαλούμενος και «Μανόλο» από τους συντρόφους του προτιμά να σηκώσει τη νομική ασπίδα και να προσποιηθεί ότι εφόσον δεν υπάρχει τυπικό κώλυμα δεν υπάρχει και θέμα. Αυτό όμως δεν είναι απάντηση. Είναι στρουθοκαμηλισμός.
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία. Κάποτε, μέσα και στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ, υπήρχαν άνθρωποι (ίσως όχι πολλοί) που έβαζαν μόνοι τον πήχη ψηλότερα από εκεί που τον τοποθετούσε ο νόμος. Σήμερα ένας πολιτικός που διεκδικεί τον τίτλο του «νέου» κατεβάζει τον πήχη στο απολύτως ελάχιστο: είναι νόμιμο, άρα δεν υπάρχει ζήτημα…
Αν αυτή είναι η νέα πολιτική ηθική, τότε το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ότι δεν ανανέωσε αρκετά τα πρόσωπά του. Είναι ότι ορισμένα από τα νέα του πρόσωπα έμαθαν πολύ γρήγορα τις παλιές συνήθειες…
Από τη στήλη «κοριός» της «Δημοκρατίας»
