Το υπ. Υποδομών αναθέτει σε πολυεθνική την αναζήτηση κατάλληλου μοντέλου για την ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς
Του Φώτη Κόλλια
Σε γνωστή πολυεθνική εταιρία συμβούλων αναθέτει, σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Υποδομών την αναζήτηση του βέλτιστου μοντέλου για την ανάπτυξη των δικτύων νέας γενιάς στην Ελλάδα, η οποία χάνει συνεχώς θέσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη για την ποιότητα και την κάλυψη του «γρήγορου internet».
Στόχος είναι να μελετηθούν η ευρωπαϊκή εμπειρία από αντίστοιχες επενδύσεις, ο τρόπος με τον οποίο χρηματοδοτήθηκαν, οι επενδυτές που συμμετείχαν, η τυχόν εμπλοκή δημόσιων οργανισμών (εταιρίες ύδρευσης, όπως η ΕΥΔΑΠ, ή άλλες επιχειρήσεις δημόσιων δικτύων) και άλλες παράμετροι.
Χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις, αφού εκκρεμεί η μελέτη του συμβούλου, στο υπουργείο βλέπουν με καλό μάτι ένα παλαιότερο σχέδιο για τη δημιουργία σχήματος που θα αναλάβει να δημιουργήσει τη βασική υποδομή, ένα δίκτυο κορμού στις οπτικές ίνες. Το συγκεκριμένο «όχημα» θα εγκαταστήσει και θα διαχειρίζεται το δίκτυο κορμού στις οπτικές ίνες, που στη συνέχεια θα μισθώνουν οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι, οι οποίοι και θα πωλούν «πακέτα» στον τελικό καταναλωτή.
Το συγκεκριμένο μοντέλο θεωρείται ικανό να ανατρέψει την αρνητική πορεία της χώρας στο «γρήγορο internet», καθώς τα τελευταία χρόνια, και λόγω της κρίσης, χάνει συνεχώς έδαφος.
Αμφισβήτηση
Είναι χαρακτηριστικό ότι, με ποσοστό 0,2%, καταλαμβάνουμε την τελευταία θέση -μεταξύ 32 χωρών- στη διείσδυση των ευρυζωνικών συνδέσεων μέσω οπτικής ίνας, ενώ απέχει κατά πολύ από τον μέσο όρο, που βρίσκεται για τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ στο 17,9%.
Η στρατηγική που εξετάζει το υπουργείο Υποδομών αμφισβητείται, πάντως, από ένα τμήμα της αγοράς τηλεπικοινωνιών, το οποίο θεωρεί ότι είναι δύσκολο να αντληθούν τα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση μιας τόσο μεγάλης επένδυσης, που μπορεί να ξεκινά από το 1 δισ. ευρώ. Η ίδια πλευρά θεωρεί ότι, με τις υφιστάμενες τεχνολογίες (VDSL, vectoring), μπορεί η Ελλάδα να καλύψει τους στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έως το 2020 (για ταχύτητες πρόσβασης στο διαδίκτυο μέχρι 100Mbps) και στη συνέχεια να στηριχθούν οι επενδύσεις των υφιστάμενων τηλεπικοινωνιακών παρόχων σε δίκτυα οπτικών ινών που εξασφαλίζουν ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες.

