Ορθάνοιχτη παρέμεινε η δεύτερη αξιολόγηση. Θα ζυγίσει (το αίμα) και θα αποφασίσει το ΔΝΤ
Ρεπορτάζ
Μάριος Ροζάκος
Θερμά λόγια για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές και μια δέσμη (ανεπαρκών) βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων για το χρέος, τα οποία θα αποδώσουν όμως ουσιαστικά από το 2030 έως το μακρινό 2060, πήρε η κυβέρνηση στο χθεσινό Eurogroup.
Ωστόσο, τα ανταλλάγματα που έδωσε ήταν βαρύτατα: (α) Δέσμευση για νέο «ισχυρό πακέτο μέτρων», (β) διατήρηση του στόχου για τα πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ τουλάχιστον έως το 2021, (γ) δημοσιονομικός «κόφτης»… διαρκείας, (δ) σημαντικές υποχωρήσεις στα εργασιακά και (ε) καμία περαιτέρω συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους πριν από το 2018.
Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης πρόσφεραν… τσάι και συμπάθεια στον Ελληνα ομόλογό τους Ευκλείδη Τσακαλώτο αναφορικά με τη δεύτερη αξιολόγηση, που παραμένει όμως ορθάνοιχτη, και, κατά δήλωση του προέδρου του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, είναι αδύνατο να ολοκληρωθεί εντός του 2016.
Η παράταση αυτή συμπαρασύρει και τις αποφάσεις για τον ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) στο ελληνικό πρόγραμμα, οι οποίες θα ληφθούν αφού το ΔΝΤ ζυγίσει αν του φτάνει το «αίμα» που θα προκαλέσουν τα νέα μέτρα για το 2018 και τα επόμενα χρόνια… Η επιμονή των Ευρωπαίων να συμμετάσχει το ΔΝΤ στη δανειοδότηση της χώρας, σε συνδυασμό με τα δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε πρόσθετα μέτρα και σε δεσμεύσεις που δένουν πισθάγκωνα τη χώρα και μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, το 2018.
Στο ανακοινωθέν του χθεσινού Eurogroup επισημαίνεται χαρακτηριστικά: «Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς στόχους σε μια βιώσιμη βάση μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι ελληνικές Αρχές δεσμεύονται να συμφωνήσουν με τα θεσμικά όργανα στον μηχανισμό και στα διαρθρωτικά μέτρα που θα διασφαλίσουν αυτόν τον στόχο».
Η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε μονιμοποίηση του αυτόματου δημοσιονομικού «κόφτη», επιβεβαιώνοντας το ρεπορτάζ της «κυριακάτικης δημοκρατίας». Εξίσου σαφές ήταν το μήνυμα του κ. Ντάισελμπλουμ: «Συμφωνήσαμε σε πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018 και μεσοπρόθεσμα. Το “μεσοπρόθεσμα” υπήρξαν απόψεις ότι πρέπει να διαρκέσει 3, 5 ή 10 χρόνια. Θα το ξαναδούμε. Θα απαιτηθούν, πάντως, σοβαρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις».
Ιδίως στα εργασιακά, παρά τις κυβερνητικές υποχωρήσεις, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης επιμένουν ότι χρειάζονται «επιπλέον ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις».
Οσον αφορά το χρέος, το Eurogroup ξέκοψε κάθε συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης πριν από το τέλος του προγράμματος το 2018 και ενέκρινε μόνο τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, που εκτιμάται ότι θα μειώσουν το χρέος κατά περίπου 20% του ΑΕΠ έως το 2060 (η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το όφελος ξεπερνά τα 45 δισ. ευρώ). Τα μέτρα αυτά θα κοστίσουν μόλις 200.000.000 ευρώ στους Ευρωπαίους, ενώ -αντιθέτως- θα αυξήσουν βραχυπρόθεσμα το χρέος και θα αρχίσουν να αποδίδουν ουσιαστικά από το 2030.
«Φρένο» από Γερμανία για τερματισμό της λιτότητας
Ενα βήμα πριν από μια πρωτοβουλία στην κατεύθυνση της αναθεώρησης της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε όφελος της ανάπτυξης, επρόκειτο να βρεθεί το χθεσινό Eurogroup, αλλά η άρνηση της Γερμανίας έβαλε για ακόμα μία φορά «φρένο» στη σχετική πρόταση της επιτροπής, που θα συμπλήρωνε την πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης την οποία ακολουθεί η ΕΚΤ.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες που έφερε στη δημοσιότητα το πρακτορείο Bloomberg, με βάση σχετική πρόταση της Κομισιόν είχε προετοιμαστεί για τη διήμερη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών, χθες και σήμερα, έγγραφο στο οποίο αναγνωριζόταν ότι «η δημοσιονομική πολιτική στο επίπεδο της ευρωζώνης είναι αναγκαία για να συμπληρώνει τη νομισματική πολιτική στην ενίσχυση της ζήτησης, ιδίως των επενδύσεων, και για έξοδο από τον χαμηλό πληθωρισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχιζόμενες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους».
50 δισ. ευρώ
Στο έγγραφο αναφερόταν ρητά ότι μια δημοσιονομική στήριξη της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ (στην ευρωζώνη θα αντιστοιχούσε σε περίπου 50 δισ. ευρώ) είναι «ένας συνετός και ρεαλιστικός στόχος». Οπως όμως αποκάλυψε το Bloomberg, η τελευταία αυτή αναφορά διαγράφηκε, προφανώς έπειτα από παρέμβαση ομάδας σκληροπυρηνικών υπό τη Γερμανία, στην οποία θα έπεφτε το βάρος της υποχρέωσης πραγματοποίησης επενδύσεων, καθώς της αντιστοιχεί το 29% του ΑΕΠ της ευρωζώνης και έχει πλεόνασμα 18,5 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό της.
Η Κομισιόν έχει ταχθεί ανοιχτά από τον περασμένο μήνα υπέρ της θετικής δημοσιονομικής στάσης στην ευρωζώνη, καλώντας χώρες με «επαρκές δημοσιονομικό περιθώριο» να αυξήσουν τις επενδυτικές δαπάνες τους.





