Στο επίκεντρο σοβαρών καταγγελιών βρίσκεται η εταιρεία efood, καθώς η συνδικαλιστική παράταξη «Αντεπίθεση των Εργαζομένων» φέρνει στο φως την περίπτωση του διανομέα Γ.Κ. στα Ιωάννινα, ο οποίος απολύθηκε αιφνιδιαστικά και χωρίς προειδοποίηση. Σύμφωνα με την καταγγελία, η κίνηση της εταιρείας πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά από ένα σοβαρό εργατικό ατύχημα που υπέστη ο εργαζόμενος, ο οποίος μάλιστα είναι εκλεγμένο μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου Εργαζομένων Επισιτισμού-Τουρισμού του νομού. Η επίσημη αιτιολογία της επιχείρησης εστιάζει στη χαμηλή «αποδοτικότητα» του διανομέα, ωστόσο η πλευρά των εργαζομένων υποστηρίζει πως πρόκειται για μια ξεκάθαρα εκδικητική ενέργεια που στοχεύει στην κάμψη της συνδικαλιστικής του δράσης.
Ο συγκεκριμένος εργαζόμενος είχε πρωτοστατήσει στις μεγάλες κινητοποιήσεις του Σεπτεμβρίου του 2021, όταν η εταιρεία αναγκάστηκε να ανακαλέσει 115 απολύσεις, ενώ συμμετείχε ενεργά σε απεργίες και ομαδικές καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας για μονομερείς αλλαγές στο καθεστώς δήλωσης ωραρίου. Η ανακοίνωση της παράταξης αναφέρει μάλιστα πως η εταιρεία επιχείρησε να «εξαγοράσει» τη σιωπή του προσφέροντας τρεις επιπλέον μισθούς υπό τον όρο να μην υπάρξουν διαμαρτυρίες. Ταυτόχρονα, τίθεται το ζήτημα της ευρύτερης στρατηγικής της efood, η οποία κατηγορείται ότι επιδιώκει τη συρρίκνωση του αριθμού των μισθωτών υπαλλήλων, οι οποίοι πλέον αποτελούν λιγότερο από το 10% του δυναμικού της, με σκοπό την αντικατάστασή τους από «freelancers» που εργάζονται με το κομμάτι και χωρίς τις απαραίτητες παροχές προστασίας σε περίπτωση ατυχήματος.
Οι καταγγελίες παίρνουν ακόμα πιο σκληρό χαρακτήρα καθώς γίνεται αναφορά σε περισσότερους από 80 διανομείς που έχουν χάσει τη ζωή τους στους δρόμους από το 2017, με τουλάχιστον δέκα εξ αυτών να συνδέονται με την efood. Η «Αντεπίθεση των Εργαζομένων» τονίζει πως η εταιρεία αντλεί θράσος από το ισχύον αντεργατικό νομοθετικό πλαίσιο και απαιτεί την άμεση επαναπρόσληψη του συναδέλφου τους. Σημειώνουν δε πως σε μια περίοδο έντονης ακρίβειας και οικονομικής πίεσης για τα λαϊκά στρώματα, η επιχείρηση επιλέγει να πετά στον δρόμο αγωνιστές εργαζόμενους, την ίδια στιγμή που καταγράφει ετήσια κέρδη που ξεπερνούν τα 46 εκατομμύρια ευρώ.


