Συνεχίζεται σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου η εκδίκαση της υπόθεσης της δολοφονίας της 36χρονης Ράνιας Μπουρνέλη, μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία της Ανώπολη τον Δεκέμβριο του 2024. Η διαδικασία επανεκκινεί μετά τη διακοπή της προηγούμενης συνεδρίασης, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω της απουσίας του δικηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας.
Στο εδώλιο βρίσκεται ένας 35χρονος Γάλλος, ο οποίος κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, φέρεται να παρέσυρε με το όχημά του τη 36χρονη, τραυματίζοντάς την θανάσιμα, σε ένα περιστατικό που προκάλεσε σοκ τόσο στην τοπική κοινωνία όσο και ευρύτερα.
Το κλίμα στο δικαστήριο και η στάση των εμπλεκομένων
Κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, η ένταση στην αίθουσα ήταν εμφανής. Συγγενείς της 36χρονης αντέδρασαν έντονα στην παρουσία του κατηγορούμενου, ενώ στο πλευρό του βρέθηκαν οι γονείς του, οι οποίοι ταξίδεψαν από τη Γαλλία για να παρακολουθήσουν τη διαδικασία.
Η δίκη συνεχίζεται με την εξέταση μαρτύρων και την παρουσίαση κρίσιμων στοιχείων της δικογραφίας, τα οποία αναμένεται να ρίξουν φως στις συνθήκες του περιστατικού και στα κίνητρα του κατηγορουμένου.
Το χρονικό της τραγωδίας
Η υπόθεση εκτυλίχθηκε έξω από το σπίτι της 36χρονης στην Ανώπολη. Η Ράνια Μπουρνέλη είχε μόλις φτάσει και στάθμευσε το αυτοκίνητό της, όταν το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα και έπεσε πάνω της, προκαλώντας τον ακαριαίο τραυματισμό της.
Τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν το περιστατικό καταγράφηκαν από κάμερες κλειστού κυκλώματος. Στο οπτικό υλικό φαίνεται ο οδηγός να ακολουθεί τη γυναίκα, η οποία σταματά έξω από το σπίτι της και βγαίνει ανυποψίαστη από το αυτοκίνητό της. Τη στιγμή εκείνη, το όχημα την παρασύρει.
Η 36χρονη μεταφέρθηκε στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, όπου και κατέληξε, παρά τις προσπάθειες των γιατρών.
Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου
Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αρχικά είχε αναφερθεί ως 33χρονος κατά τα πρώτα στάδια της υπόθεσης, φέρεται να υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το θύμα. Ωστόσο, οι εξηγήσεις που έδωσε στις αρχές χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, καθώς παρουσίασε διαφορετικές εκδοχές για το κίνητρο της πράξης του.
Σε μία από τις πρώτες του δηλώσεις, ισχυρίστηκε ότι θεώρησε πως το πρόσωπο που χτύπησε ήταν άνδρας που τον είχε κακοποιήσει στο παρελθόν. Σε άλλη εκδοχή, υποστήριξε ότι η 36χρονη τον παρακολουθούσε, ενώ σε τρίτο σενάριο ανέφερε ότι το θύμα είχε εμπλακεί σε σχέση με τη σύντροφό του.
Σε μία ακόμη εκδοχή, υποστήριξε ότι το θύμα ήταν ο πατέρας του. Μάλιστα, μετά τη σύλληψή του φέρεται να δήλωσε: «Θέλω να πάρω ένα τηλέφωνο, γιατί είχα ένα ατύχημα. Σκότωσα τον πατέρα μου, τον πάτησα με το αμάξι».
Ζητήματα ψυχικής κατάστασης
Στο επίκεντρο βρίσκονται και στοιχεία που αφορούν στην ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με πληροφορίες, είχε προηγηθεί επαφή του με ψυχίατρο του νοσοκομείου Ρεθύμνου, στον οποίο είχε αναφέρει ότι αναζητούσε τον πατέρα του, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι επρόκειτο για πολιτικό πρόσωπο.
Ο ίδιος ψυχίατρος είχε εκτιμήσει ότι, παρά τα προβλήματα που εμφάνιζε, δεν υπήρχαν ενδείξεις επικινδυνότητας που να επιβάλλουν άμεση νοσηλεία. Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, «δεν φαινόταν επικίνδυνος, γι’ αυτό δε νοσηλεύτηκε». Στον κατηγορούμενο είχε προταθεί θεραπευτική αγωγή, την οποία φέρεται να αρνήθηκε.



