Με νέα κυβερνητική ρύθμιση οι αποδοχές τους συνδέονται με το ανώτατο μισθολογικό όριο του Ελληνικού Δημοσίου
Μια διάταξη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη μέσα σε ένα ογκώδες πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας έρχεται να προκαλέσει πολιτικές, εκκλησιαστικές αλλά και κοινωνικές αντιδράσεις.
Πρόκειται για το άρθρο 56, με το οποίο αλλάζει άρδην το μισθολογικό καθεστώς των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, οδηγώντας σε αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 100%. Εως σήμερα ο βασικός μισθός των μητροπολιτών ανερχόταν σε 2.210 ευρώ, των επισκόπων σε 1.820 ευρώ και του Αρχιεπισκόπου σε 2.600 ευρώ.
Με τη νέα ρύθμιση οι αποδοχές τους συνδέονται με το ανώτατο μισθολογικό όριο του Δημοσίου, δηλαδή με τις αποδοχές γενικού γραμματέα υπουργείου. Ετσι, οι αποδοχές Αρχιεπισκόπου και μητροπολιτών εκτοξεύονται στα 4.671 ευρώ μεικτά, ενώ των επισκόπων στα 3.633 ευρώ μεικτά. Δεν πρόκειται για μια απλή μισθολογική προσαρμογή. Πρόκειται για μια θεαματική αναβάθμιση των αποδοχών της ανώτατης εκκλησιαστικής ηγεσίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνία εξακολουθεί να δοκιμάζεται από την ακρίβεια, τα χαμηλά εισοδήματα και τη συνεχή πίεση στο κόστος ζωής.
Γιατί η κυβέρνηση επέλεξε αυτή τη χρονική στιγμή; Γιατί η διάταξη εμφανίζεται τώρα, χωρίς να έχει προηγηθεί δημόσια συζήτηση ή κάποια γνωστή διεκδίκηση από την πλευρά της Εκκλησίας; Οι απορίες γίνονται ακόμα μεγαλύτερες αν ληφθεί υπόψη το κλίμα που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στις σχέσεις κυβέρνησης και Ιεραρχίας. Το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, ζητήματα βιοηθικής αλλά και άλλες κυβερνητικές πρωτοβουλίες έφεραν πολλούς μητροπολίτες σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το Μαξίμου. Την ίδια στιγμή σε θέματα που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στη βάση των πιστών, όπως ο προσωπικός αριθμός και η ψηφιακή ταυτοποίηση των πολιτών, η επίσημη Εκκλησία κράτησε χαμηλούς τόνους.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε εκκλησιαστικούς και πολιτικούς κύκλους ακούγεται ήδη πως η συγκεκριμένη ρύθμιση αποτελεί ένα είδος «δωροπακέτου» προς την Ιεραρχία. Αλλοι μιλούν για προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων κυβέρνησης και Εκκλησίας μετά τις τριβές των τελευταίων ετών, ενώ δεν λείπουν εκείνοι που βλέπουν πίσω από την πρωτοβουλία ευρύτερες πολιτικές σκοπιμότητες.
Ορισμένοι θέτουν ευθέως το ερώτημα αν η κυβέρνηση επιχειρεί να καλλιεργήσει ένα ευνοϊκότερο κλίμα στους κόλπους της Ιεραρχίας, προσδοκώντας ότι οι μητροπολίτες θα λειτουργήσουν ως άτυποι διαμορφωτές γνώμης σε ένα συντηρητικό και παραδοσιακό ακροατήριο που παραμένει ιδιαίτερα σημαντικό εκλογικά. Μήπως το Μαξίμου επιχειρεί να «καλοπιάσει» τους δεσποτάδες, ώστε να περιοριστούν οι αντιδράσεις σε μελλοντικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί ένα πιο φιλικό κλίμα απέναντι στη Νέα Δημοκρατία σε ένα τμήμα των πιστών που παραδοσιακά ακούει με προσοχή τις τοποθετήσεις των ποιμεναρχών του;
Σε μια εποχή που πολλές οικογένειες μετρούν το κάθε ευρώ, οι αυξήσεις-μαμούθ προς την κορυφή της εκκλησιαστικής πυραμίδας είναι πιθανό να προκαλέσουν δυσφορία, ακόμα και σκανδαλισμό, σε ένα τμήμα του εκκλησιαστικού πληρώματος. Διότι για πολλούς το ζήτημα δεν είναι αν οι αυξήσεις είναι νόμιμες, αλλά αν συμβαδίζουν με το πνεύμα ταπεινότητας, λιτότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης που καλείται να υπηρετεί η Εκκλησία.
