«Οταν ο Καίσαρας είδε κάποτε στη Ρώμη κάποιους πλούσιους ξένους να περιφέρουν στην αγκαλιά τους και να χαϊδεύουν μικρά σκυλάκια και μαϊμούδες, ρώτησε αν οι γυναίκες στη χώρα τους δεν γεννούν παιδιά. Τους νουθέτησε έτσι με τρόπο πολύ αρχοντικό, επειδή σπαταλούν στα ζώα την έμφυτη τάση μας για αγάπη και στοργή, η οποία οφείλεται στους ανθρώπους».
Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Περικλής, κεφ. 1, στ. 1-5
Το απόσπασμα από τον Περικλή του Πλουτάρχου είναι συγκλονιστικό. Στην ακμάζουσα Ρώμη της ύστερης Δημοκρατίας και των πρώτων αυτοκρατορικών χρόνων, η εισροή τεράστιου πλούτου από τις κατακτημένες επαρχίες συνδυάστηκε με μια σταδιακή αποδόμηση του πολιτικού ιστού. Ο πολίτης έπαυε να είναι ενεργό υποκείμενο της πόλεως, το οποίο αυτοθεσμίζεται και συμμετέχει στο κοινό γίγνεσθαι, και μετατρεπόταν σε ιδιώτη (idiot), σε έναν υπήκοο αποκομμένο από το κοινό αγαθό, παραδομένο στην καταναλωτική ευμάρεια και την ατομική εξασφάλιση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο της υλικής αφθονίας και του υπαρξιακού κενού, εμφανίζονται οι «πλούσιοι ξένοι» που περιφέρουν επιδεικτικά σκυλάκια και πιθήκους. Ο Καίσαρας παρεμβαίνει με μια ερώτηση που συνιστά ηγεμονική νουθεσία. Η ερώτησή του, αν οι γυναίκες τους δεν γεννούν πλέον παιδιά, αναδεικνύει την τρομακτική μετάθεση του «φιλοστόργου» και του «φιλητικού» (όπως αναφέρει το αρχαίο κείμενο) προς τα άλογα όντα. Η στοργή και η αγάπη είναι δυνάμεις εγγενώς προορισμένες για την ανθρώπινη κοινωνία και την αναπαραγωγή του κοινού βίου και οφείλονται πρώτα στους ανθρώπους.
Αυτό που στην εποχή του Πλουτάρχου αποτελούσε εξαίρεση ή σύμπτωμα μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ελίτ, στις μέρες μας, στον δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, έχει μετατραπεί σε καθολικό φαινόμενο. Η σύγχρονη κτηνολατρεία είναι το άκρατο σύμπτωμα της κατάρρευσης της κοινωνίας των πολιτών και της επικράτησης του απόλυτου, ναρκισσιστικού ατομικισμού.
Η δυτική νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη αποδόμηση των νοημάτων. Ο άνθρωπος του σύγχρονου αστικού τοπίου, εγκλωβισμένος στη γραφειοκρατική καπιταλιστική δομή, έχει χάσει τη δυνατότητα να νοηματοδοτεί τη ζωή του μέσα από τη συλλογική πράξη, τη δημιουργία και την πολιτική αυτονομία. Το άτομο αναδιπλώνεται στον μικρόκοσμό του, μετατρέποντας την ιδιωτική του σφαίρα σε μοναδικό πεδίο ύπαρξης.
Απομίμηση σχέσης
Μέσα σε αυτή την υπαρξιακή μοναξιά, το ζώο γίνεται το έσχατο καταφύγιο. Η σχέση μαζί του αποτελεί υποκατάστατο της χαμένης κοινωνικότητας. Πρόκειται για μια ψευδαισθητική απόπειρα του ατόμου να συγκροτήσει μια «κοινότητα» του ενός, ένα φαντασιακό καταφύγιο όπου ο ίδιος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος, αποκομμένος από την αγωνία και τις απαιτήσεις της πραγματικής ανθρώπινης συνάντησης.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ρίζα του ανθρωπομορφισμού των κτηνών, ενός φαινομένου που λειτουργεί ως ένα ισχυρό ψυχικό και κοινωνικό placebo. Η αυθεντική ανθρώπινη ύπαρξη δεν εξαντλείται στη βιολογική επιβίωση, αλλά πραγματώνεται ως «σχέση», ως «ετερότητα» και «κοινωνία προσώπων». Το ανθρώπινο πρόσωπο συγκροτείται μόνο όταν εξέρχεται από το ατομικό του εγώ για να συναντήσει τον Αλλον, μια συνάντηση που εμπεριέχει ρίσκο, σύγκρουση, διάλογο αλλά και την αποδοχή της ελευθερίας του άλλου. Η σχέση ουσίας απαιτεί παραίτηση από την ατομική φιλαυτία, άσκηση αυτοπεριορισμού και αναζήτηση νοήματος μέσα από την αμοιβαία ισοτιμία.
Ωστόσο, τα ανασφαλή αυτόματα που πλημμυρίζουν τις σύγχρονες αστικές, δυστοπικές μεγαλουπόλεις αδυνατούν να αντέξουν το βάρος αυτής της υπαρξιακής πρόκλησης. Η ανθρώπινη σχέση τρομάζει, διότι δεν μπορεί να ελεγχθεί, δεν μπορεί να καταναλωθεί και δεν εγγυάται την απόλυτη επιβεβαίωση του εγώ. Αντίθετα, η σχέση με το κατοικίδιο ζώο προσφέρει μια εύκολη, ανώδυνη και απόλυτα ελεγχόμενη εναλλακτική. Ο σκύλος ή η γάτα δεν προβάλλουν αντιρρήσεις, δεν ασκούν κριτική, δεν απαιτούν διάλογο, ούτε θέτουν σε κίνδυνο τον ναρκισσισμό του ιδιοκτήτη.
Με ένα μπισκότο, μια κονσέρβα ή μια σύντομη βόλτα το ζώο ανταποκρίνεται με μια αντανακλαστική, ενστικτώδη υποταγή, την οποία ο αλλοτριωμένος άνθρωπος ερμηνεύει σαν «ανιδιοτελή αγάπη». Αυτό το ψυχολογικό υποκατάστατο επιτρέπει στον σύγχρονο άνθρωπο να αποφύγει την οδύνη της προσωπικής σχέσης, αντικαθιστώντας το Πρόσωπο με το Κτήνος. Ο σκύλος αντιμετωπίζει τον δεσπότη του σαν θεό, και ο δεσπότης απολαμβάνει αυτή την ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, αποφεύγοντας την ανάγκη για πνευματική ωριμότητα, κοινωνική ευθύνη και υπαρξιακό βάθος.
Η εκδίωξη του παιδιού
Αυτή η οντολογική μετάθεση αποτυπώνεται με τρόπο ανάγλυφο και βίαιο στην καθημερινή αισθητική των πόλεών μας. Οι πόλεις, που ιστορικά γεννήθηκαν ως ο χώρος της κοινής συνύπαρξης, του Θεού, του Λόγου, της γιορτής και του αληθινού πολιτιστικού γεγονότος, έχουν μετατραπεί σε αποξενωμένα οικιστικά συγκροτήματα.
Οι ήχοι του κλάματος και του γέλιου των παιδιών είναι καλοδεχούμενοι, επειδή φέρουν διαχρονικά το ελπιδοφόρο και αισιόδοξο μήνυμα για τη συνέχεια του συλλογικού βίου, την ανανέωση της κοινότητας και τη νίκη ενάντια στον θάνατο. Οι σύγχρονες γειτονιές ρυπαίνονται ηχητικά από τα ασταμάτητα αλυχτήματα των σκύλων. Ζώα φυλακισμένα σε μπαλκόνια πολυκατοικιών, καταδικασμένα να ξημεροβραδιάζονται μέσα στην ανία και τη νεύρωση, ή περιορισμένα στους κακορίζικους, μικρούς κήπους των αστικών μονοκατοικιών, εκτονώνουν την καταπιεσμένη φύση τους σε βάρος της κοινής ησυχίας και του δικαιώματος των ανθρώπων στη σιωπή και στον στοχασμό.
Η υποβάθμιση, όμως, δεν είναι μόνο ηχητική. Είναι κυρίως αισθητική και ηθική. Η βόλτα του ζώου μετατρέπεται σε μια πράξη βίαιης επιδρομής στον δημόσιο χώρο. Η ρύπανση των πεζοδρομίων, των εξώθυρων και των κοινόχρηστων χώρων με κόπρανα και ούρα αποτελεί την υλική αποτύπωση της πλήρους περιφρόνησης προς τον συνάνθρωπο. Ο δημόσιος χώρος παύει να είναι ο ιερός τόπος της αγοράς και της συνάντησης, και μετατρέπεται σε ένα απέραντο αποχωρητήριο, όπου η ιδιωτική επιθυμία του «κηδεμόνα» επιβάλλεται δικτατορικά πάνω στη συλλογική αισθητική, αποδεικνύοντας τη βαθιά αναπηρία της σύγχρονης κοινωνίας να παράγει κοινό βίο.
Η διολίσθηση αυτή λαμβάνει πλέον χαρακτηριστικά μιας πλήρους ανατροπής των φυσικών, λογικών και πνευματικών ιεραρχιών. Η εικόνα σκύλων που μεταφέρονται σε βρεφικά καρότσια, που τους διοργανώνονται πάρτι γενεθλίων με ειδικές τούρτες, ή που προσφωνούνται με τους ιερούς όρους «τα παιδιά μας» και «το μωρό μου» δεν συνιστούν απλώς γραφικές υπερβολές. Συμβολίζουν την πλήρη πραγμάτωση της πτώσης, της αντικατάσταση του Ανθρώπου από το Θηρίο, της απόλυτης σύγχυσης των οντολογικών επιπέδων.
Υποταγή στο ζώο
Αν προσεγγίσουμε το φαινόμενο μέσα από τη γλώσσα της βιβλικής και πατερικής παράδοσης, η εξέλιξη αυτή αποκτά εσχατολογικές, σχεδόν εφιαλτικές διαστάσεις. Οι γραφές προειδοποιούν για την εποχή όπου ο άνθρωπος, έχοντας απολέσει την ελευθερία και την εικόνα του Δημιουργού μέσα του, θα λατρέψει την κτίση αντί του Κτίσαντος, υποτασσόμενος στις δυνάμεις του παραλόγου, του ενστίκτου και του ζωώδους.
Οσα προφητεύτηκαν πραγματοποιούνται μπροστά στα μάτια μας, όμως ο τοσοδούλης νους μας, εγκλωβισμένος στην καταναλωτική ψευδαίσθηση και την ψυχολογική άνεση, αδυνατεί να συλλάβει το μέγεθος της πτώσης. Αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι η υπερβολική αυτή προσκόλληση στο ζώο είναι η έσχατη, τραγική απόδειξη της πνευματικής μας χρεοκοπίας και της ανικανότητάς μας να αγαπήσουμε τον πραγματικό άνθρωπο.
Η πτώση δεν έχει τελειωμό, ακριβώς επειδή κάθε βήμα μακριά από την αυθεντική ανθρώπινη κοινωνία, κάθε έκπτωση της πολιτικής και πνευματικής αυτονομίας, γεννά μια νέα, βαθύτερη αλλοτρίωση. Ο Πλούταρχος διέσωσε στα γραπτά του το συγκεκριμένο στιγμιότυπο ανάμεσα σε τόσα άλλα ιστορικά γεγονότα επειδή γνώριζε πολύ καλά ότι η μοίρα ενός πολιτισμού κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται το απόθεμα της αγάπης του και τη δυνατότητά του να παράγει νόημα ζωής.
Οταν το «φύσει φιλητικόν» και το «φιλόστοργον» αποκόπτονται από τον άνθρωπο, δηλαδή από το παιδί, τον γείτονα, τον πάσχοντα συνάνθρωπο και καταναλώνονται στα θηρία, τότε η κοινωνία παύει να είναι ανθρώπινη. Μετατρέπεται σε ένα άθροισμα μονήρων, ετερόνομων ατόμων που ζουν σε μια κατάσταση οργανωμένης φαντασίωσης, περιβαλλόμενα από τετράποδα είδωλα που επιβεβαιώνουν τη μοναξιά τους.
