Με την ανάπτυξη των αυτοτελών ισχυρισμών από την πλευρά των κατηγορουμένων συνεχίζεται σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η δίκη για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Στο εδώλιο κάθονται συνολικά 36 πρώην και νυν στελέχη οργανισμών που συνδέονται με τη λειτουργία, τη διαχείριση και την εποπτεία του ελληνικού σιδηροδρόμου κατά την επταετία 2016-2023.
Η ακροαματική διαδικασία έχει εισέλθει σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στάδιο, καθώς οι συνήγοροι επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τη θέση κάθε κατηγορουμένου απέναντι στις πράξεις και τις παραλείψεις που περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Στην προηγούμενη συνεδρίαση, την Τετάρτη, ολοκληρώθηκαν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί έξι κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων ο σταθμάρχης της βραδινής βάρδιας της 28ης Φεβρουαρίου 2023 και ο τότε προϊστάμενος του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας της Υπηρεσίας Υποστήριξης Κυκλοφορίας Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδος.
Οι 36 κατηγορούμενοι για την τραγωδία στα Τέμπη
Η υπόθεση καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα λειτουργίας του ελληνικού σιδηροδρόμου. Στους 36 κατηγορουμένους περιλαμβάνονται σταθμάρχες, υπάλληλοι και διοικητικά στελέχη του ΟΣΕ, μηχανικοί και πρώην διοικήσεις της ΕΡΓΟΣΕ, στελέχη της Hellenic Train, μη πολιτικά πρόσωπα του υπουργείου Μεταφορών, καθώς και η πρώην πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Για όσα συνέβησαν στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Λάρισας πριν από τη μετωπική σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών κατηγορούνται τρεις σταθμάρχες και ο τότε προϊστάμενος επιθεώρησης.
Παράλληλα, έντεκα στελέχη του ΟΣΕ –μεταξύ των οποίων υπάλληλοι, πρώην πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι και προϊστάμενοι τμημάτων– βρίσκονται αντιμέτωπα με κατηγορίες για σειρά ενεργειών και παραλείψεων. Αυτές αφορούν, ανά περίπτωση, τη μετάταξη του σταθμάρχη, τη μη αποκατάσταση βλαβών στο τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Λάρισα–Νέοι Πόροι, τη μη τοποθέτηση δεύτερου και εμπειρότερου σταθμάρχη στη νυχτερινή βάρδια, αλλά και τη μη επιβολή εγκυκλίου βραδυπορίας.
Η συγκεκριμένη σύμβαση κατέχει κεντρική θέση στη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργούσε ο σιδηρόδρομος κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Παράλληλα, αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής έρευνας από το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Για παραλείψεις που αφορούν τη λειτουργία του συστήματος ραδιοεπικοινωνίας GSM-R στις αμαξοστοιχίες κατηγορούνται δύο στελέχη της Hellenic Train, ο τότε διευθύνων σύμβουλος και ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας.
Στο εδώλιο βρίσκονται επίσης δύο μη πολιτικά στελέχη του υπουργείου Μεταφορών και η πρώην πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων, για ζητήματα που σχετίζονται με την εποπτεία και την ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου.
Με εξαίρεση τα δύο στελέχη της Hellenic Train και μία υπάλληλο του ΟΣΕ, οι υπόλοιποι 33 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κακουργηματική μορφή της διατάραξης της ασφάλειας των συγκοινωνιών, αδίκημα για το οποίο προβλέπεται ποινή ακόμη και ισόβιας κάθειρξης.
Τι είπε η υπεράσπιση του σταθμάρχη
Κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, πρώτος ανέπτυξε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του ο συνήγορος του σταθμάρχη της βραδινής βάρδιας. Η επιχειρηματολογία του επικεντρώθηκε στις έννοιες του δόλου και της ενσυνείδητης αμέλειας, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι στην περίπτωση του εντολέα της δεν στοιχειοθετείται δόλος για τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακόμη και αν ο σταθμάρχης είχε αντιληφθεί και αποδεχθεί την ύπαρξη κινδύνου, πίστευε ότι το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, καθώς υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη σύγκρουση.
Ως έναν από αυτούς παρουσίασε τον μηχανοδηγό της επιβατικής αμαξοστοιχίας, υποστηρίζοντας ότι είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει το τρένο, μόλις διαπίστωνε πως αυτό κινούνταν στη γραμμή καθόδου και όχι στη γραμμή ανόδου.
Ο συνήγορος αναφέρθηκε, επιπλέον, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτελούσε τα καθήκοντά του ο σταθμάρχης τη μοιραία νύχτα. Επισήμανε ότι εργαζόταν μόνος σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, χωρίς επαρκή εμπειρία και χωρίς τη συνδρομή λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας.
Ο επιθεωρητής απορρίπτει τις κατηγορίες
Από την πλευρά του, ο συνήγορος του τότε προϊσταμένου του Τμήματος Επιθεώρησης Λάρισας δήλωσε ότι ο εντολέας του αρνείται τις κατηγορίες ως «αβάσιμες, αναληθείς και ανυπόστατες».
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε έγγραφα και επιστολές που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο, είχε αποστείλει ο επιθεωρητής, προειδοποιώντας για την υποστελέχωση του σιδηροδρόμου και τα κενά που υπήρχαν στα συστήματα ασφαλείας.
Ο συνήγορος επέρριψε παράλληλα ευθύνες στον κατηγορούμενο σταθμάρχη της απογευματινής βάρδιας, υποστηρίζοντας ότι αποχώρησε νωρίτερα από το πόστο του και δεν παρέμεινε ώστε να συνδράμει τον σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας στη ρύθμιση της κυκλοφορίας.
Αίτημα για προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ
Η υπεράσπιση του επιθεωρητή υπέβαλε, επίσης, αίτημα για την αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το αίτημα αφορά το κατά πόσο είναι συμβατός με το ενωσιακό δίκαιο ο διαχωρισμός της δικογραφίας για το ίδιο ιστορικό γεγονός, δεδομένου ότι η σύμβαση 717 διερευνάται παράλληλα από το ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η δίκη συνεχίζεται με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των υπόλοιπων κατηγορουμένων, καθώς το δικαστήριο εξετάζει ξεχωριστά τον ρόλο, τις αρμοδιότητες και τις ενδεχόμενες παραλείψεις κάθε προσώπου που βρίσκεται στο εδώλιο για την τραγωδία των Τεμπών.