Την έντονη αντίδρασή της για τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία διαχειρίζεται το ζήτημα της ίδρυσης μη κρατικών Νομικών Σχολών εκφράζει η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, στον απόηχο των πρόσφατων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).
Σε ανακοίνωσή τους, οι εκπρόσωποι του δικηγορικού σώματος ξεκαθαρίζουν τη θέση τους για το θεσμικό πλαίσιο. «H ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών Νομικών Σχολών προϋποθέτει συνολικό σχεδιασμό και διαβούλευση με την ακαδημαϊκή και νομική κοινότητα.», σημειώνουν οι πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων.
Όπως επισημαίνει η Συντονιστική Επιτροπή, η διασφάλιση του επιπέδου των σπουδών συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία του κράτους δικαίου. «Η διασφάλιση της ποιότητας των νομικών σπουδών αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την ασφάλεια δικαίου. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, χώρων και εξοπλισμού, επαρκούς και υψηλού κύρους διδακτικού προσωπικού και πλήρων προγραμμάτων σπουδών αποτελούν αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις για τη λειτουργία των μη κρατικών νομικών σχολών.», αναφέρει η σχετική ανακοίνωση.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι των Δικηγορικών Συλλόγων διαμαρτύρονται έντονα για το γεγονός ότι η Ολομέλεια παρακάμφθηκε κατά τις διαδικασίες ελέγχου, καθώς «δεν κλήθηκε να εκπροσωπηθεί στην Επιτροπή αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών όταν τα συγκεκριμένα παραρτήματα επανυπέβαλαν αίτηση πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών», κάνοντας χρήση των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Για τον λόγο αυτό, είχαν ήδη αποστείλει επιστολή διαμαρτυρίας προς τον πρόεδρο της ΕΘΑΑΕ στις 26 Ιουνίου 2026.
Τέλος, η ανακοίνωση στρέφεται κατά της κυβερνητικής τακτικής, σημειώνοντας ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης:
«Καταδεικνύουν την προχειρότητα με την οποία η Πολιτεία αντιμετώπισε ένα τέτοιας μείζονος σημασίας θέμα αλλά και τους κινδύνους που δημιουργούνται σε περιπτώσεις έλλειψης διαφάνειας και αμεροληψίας κατά τη διαδικασία αξιολόγησης.», καταλήγουν οι πρόεδροι.
