Στο τραπέζι βρίσκεται η αύξηση του ανώτατου ορίου ηλικίας παραμονής στο Δημόσιο, σε μια περίοδο κατά την οποία το ασφαλιστικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με αυξανόμενες πιέσεις λόγω του δημογραφικού και του νέου κύματος συνταξιοδοτήσεων. Ηδη, σύμφωνα με την εικόνα που παρουσιάζεται μέχρι σήμερα για τις αιτήσεις συνταξιοδότησης, εκτιμάται ότι θα σπάσει και το περσινό ρεκόρ με περισσότερες από 220.000 νέες συνταξιοδοτήσεις.
Το βασικό σενάριο που εξετάζεται από το οικονομικό επιτελείο λίγο πριν από τη ΔΕΘ προβλέπει το σημερινό όριο των 67 ετών να αυξηθεί τουλάχιστον στα 68, δίνοντας τη δυνατότητα σε δημοσίους υπαλλήλους να παραμένουν για περισσότερο χρόνο στην υπηρεσία τους. Ωστόσο, δύσκολα αυτό μπορεί να ανακοινωθεί προεκλογικά και ο σχεδιασμός πηγαίνει για το επόμενο έτος.
Πρόκειται, ωστόσο, για μια αλλαγή που πρέπει να διαχωριστεί από τα γενικά όρια συνταξιοδότησης. Σήμερα, κατά κανόνα, πλήρης σύνταξη χορηγείται στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης ή στα 67 με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης. Το σχέδιο που βρίσκεται υπό συζήτηση αφορά αρχικά το ανώτατο ηλικιακό όριο παραμονής στην υπηρεσία και δεν σημαίνει ότι όλοι οι ασφαλισμένοι θα πρέπει υποχρεωτικά να εργάζονται μέχρι τα 68.
Εφόσον προχωρήσει η αλλαγή, ένας δημόσιος υπάλληλος που συμπληρώνει το 67ο έτος θα μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται τουλάχιστον για ακόμα έναν χρόνο, αντί να αποχωρεί υποχρεωτικά λόγω ηλικίας.
Για παράδειγμα, εργαζόμενος στο Δημόσιο που γίνεται 67 ετών και επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται θα μπορεί να παραμείνει έως τα 68. Για το διάστημα αυτό θα εξακολουθεί να λαμβάνει τον μισθό του, θα καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές και παράλληλα θα αυξάνει τον συνολικό χρόνο ασφάλισής του, κάτι που θα έχει επίπτωση και στο τελικό ποσό της σύνταξής του.

Το μέτρο μπορεί παράλληλα να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» στις μαζικές αποχωρήσεις έμπειρων υπαλλήλων από υπηρεσίες του Δημοσίου, ιδιαίτερα σε τομείς όπου υπάρχουν ήδη σημαντικές ελλείψεις προσωπικού και η αντικατάστασή τους θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη.
Σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις οι πιέσεις στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης εντείνονται μετά το 2027 και η χρηματοδοτική «τρύπα» μπορεί να ξεπεράσει τα 1,3 δισ. ευρώ έως το 2030. Ολα αυτά την ώρα δηλαδή, που παρά τη μείωση της ανεργίας δεν καταβάλλονται εισφορές, κάτι που εξηγεί και την εκτόξευση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα Ταμεία στα 52 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού και η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για το ασφαλιστικό σύστημα.
Λιγότερες εισφορές, περισσότερα χρόνια εργασίας
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργείται και ένα εμφανές οξύμωρο στην κυβερνητική πολιτική. Σε τηλεοπτική του συνέντευξη ο υφυπουργός Εργασίας Κώστας Καραγκούνης υπογράμμισε ότι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί βασικό εργαλείο για την αύξηση των αποδοχών και την ενίσχυση της απασχόλησης, προαναγγέλλοντας σχετικές ανακοινώσεις εν όψει της ΔΕΘ.
Οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν ήδη περιοριστεί συνολικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες τα τελευταία χρόνια, ενώ για το 2027 προβλέπεται επιπλέον μείωση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, η κυβέρνηση μειώνει τις εισφορές προκειμένου να περιορίσει το κόστος εργασίας για επιχειρήσεις και εργαζομένους. Αυτό, όμως, συνεπάγεται και χαμηλότερα έσοδα από εισφορές για το ασφαλιστικό σύστημα. Από την άλλη πλευρά, την ίδια περίοδο ανοίγει η συζήτηση για μεγαλύτερη παραμονή στην εργασία, αρχικά για τους δημοσίους υπαλλήλους.
