Μια νέα εστία έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ – Γερμανίας δημιουργήθηκε, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εξαπολύει δριμεία επίθεση κατά του Γερμανού καγκελαρίου, Φρίντριχ Μερτς. Η αντιπαράθεση πυροδοτήθηκε από τις αιχμηρές δηλώσεις του Μερτς σχετικά με τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον στο ιρανικό ζήτημα, προκαλώντας την άμεση και οργισμένη αντίδραση του Αμερικανού προέδρου μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Ο Τραμπ, χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα Truth Social, αμφισβήτησε ευθέως την κρίση του Γερμανού ηγέτη, υποστηρίζοντας ότι ο Μερτς «δεν ξέρει τι λέει» όσον αφορά την απειλή του Ιράν. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι «ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, πιστεύει ότι είναι εντάξει το Ιράν να διαθέτει πυρηνικά όπλα», συμπληρώνοντας με νόημα πως «δεν ξέρει τι λέει!».
Συνεχίζοντας την επίθεσή του, ο Τραμπ προειδοποίησε πως «αν το Ιράν είχε πυρηνικά όπλα, ολόκληρος ο κόσμος θα βρισκόταν υπό την απειλή τους». Υπεραμύνθηκε της πολιτικής του δηλώνοντας πως «αυτή τη στιγμή, κάνω κάτι με το Ιράν που άλλα κράτη ή πρόεδροι θα έπρεπε να είχαν κάνει εδώ και καιρό» και κατέληξε με μια αιχμηρή παρατήρηση για την εσωτερική κατάσταση της Γερμανίας, αναφέροντας πως «δεν είναι περίεργο που η Γερμανία τα πάει τόσο άσχημα, τόσο οικονομικά όσο και σε άλλους τομείς!».
Η αντίδραση του Λευκού Οίκου ήρθε ως απάντηση σε πρωτοφανείς σε σκληρότητα δηλώσεις του Μερτς, ο οποίος κατά τη διάρκεια επίσκεψής του σε σχολείο στο Μάρσμπεργκ υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ταπεινώνονται» από το Ιράν. Ο Γερμανός καγκελάριος επέκρινε την Ουάσιγκτον για έλλειψη σαφούς στρατηγικής, παραλληλίζοντας την τρέχουσα κατάσταση με τις αποτυχημένες εμπλοκές στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.
Σύμφωνα με τον Μερτς, «οι Ιρανοί είναι προφανώς πολύ επιδέξιοι στις διαπραγματεύσεις, ή μάλλον, πολύ επιδέξιοι στο να μην διαπραγματεύονται, αφήνοντας τους Αμερικανούς να ταξιδεύουν στο Ισλαμαμπάντ και στη συνέχεια να φεύγουν πάλι χωρίς κανένα αποτέλεσμα». Χαρακτήρισε μάλιστα τη στάση των ΗΠΑ ως «απερίσκεπτη» στο σύνολό της, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Προς το παρόν, δεν μπορώ να διακρίνω ποια στρατηγική εξόδου επιλέγουν τώρα οι Αμερικανοί».


