Aιχμές κατά του Ισραήλ, προειδοποίηση από την Τεχεράνη
Απρόβλεπτη τροπή φαίνεται να λαμβάνει η διαδικασία που θα οδηγούσε στην οριστική συμφωνία ειρήνης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς αναβλήθηκε το ταξίδι του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στην Ελβετία, όπου επρόκειτο να ξεκινήσει ο πρώτος γύρος των τεχνικών διαπραγματεύσεων μετά την υπογραφή της καταρχήν συμφωνίας-πλαισίου από τους προέδρους των δύο χωρών.
Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ο Βανς δεν θα αναχωρήσει τελικά από την Ουάσινγκτον το βράδυ της Πέμπτης, όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί, διευκρινίζοντας ότι οι λεπτομέρειες των συνομιλιών δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
Παρά την αναβολή, η αμερικανική προεδρία διαβεβαίωσε ότι η αντιπροσωπεία των ΗΠΑ παραμένει έτοιμη να μεταβεί στην Ελβετία μόλις καταστεί εφικτό. Όπως επισημάνθηκε στην ανακοίνωση, οι τεχνικές διαπραγματεύσεις για μια τελική συμφωνία παραμένουν σε εκκρεμότητα, ενώ υπογραμμίστηκε ότι τέτοιου είδους διαδικασίες «δεν ήταν ποτέ απλές ούτε προβλέψιμες».
Λίγες ώρες νωρίτερα, ο Βανς είχε δηλώσει ότι η αντίστροφη μέτρηση των 60 ημερών που προβλέπει η συμφωνία για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων έχει ήδη ξεκινήσει και ότι ανέμενε να ταξιδέψει στην Ελβετία ακόμη και μέσα στο προσεχές Σαββατοκύριακο, χωρίς ωστόσο να εμφανίζεται βέβαιος για το χρονοδιάγραμμα.
Αναβολή και από την ιρανική πλευρά
Η καθυστέρηση δεν αφορά μόνο την αμερικανική αποστολή. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το τηλεοπτικό δίκτυο Al Mayadeen, το οποίο πρόσκειται στη Χεζμπολάχ, και η ιρανική αντιπροσωπεία αποφάσισε να αναβάλει το ταξίδι της στην Ελβετία, παρότι βρισκόταν σε στάδιο τελικών προετοιμασιών για την αναχώρησή της.
Όπως αναφέρθηκε, η απόφαση συνδέεται με τη συνέχιση των ισραηλινών επιθέσεων στον Λίβανο, γεγονός που προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Τεχεράνη, καθώς η συμφωνία που υπεγράφη προβλέπει τον τερματισμό των επιχειρήσεων του Ισραήλ κατά της Βηρυτού.
Η αναβολή δημιουργεί νέα ερωτήματα για το κατά πόσο θα τηρηθεί το αυστηρό χρονοδιάγραμμα των 60 ημερών που συμφωνήθηκε για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη συνολική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων ανάμεσα στις δύο χώρες.
Σφοδρή επίθεση Βανς κατά του Ισραήλ
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος εμφανίστηκε ασυνήθιστα επικριτικός απέναντι στην κυβέρνηση του Ισραήλ, με αφορμή τις αντιδράσεις που προκάλεσε η συμφωνία της κυβέρνησης Τραμπ με την Τεχεράνη.
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος υποστήριξε ότι τα δύο τρίτα των οπλικών συστημάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα του Ισραήλ κατά τους τελευταίους τρεις μήνες χρηματοδοτήθηκαν από τους Αμερικανούς φορολογούμενους και άφησε σαφείς αιχμές για τη στάση Ισραηλινών αξιωματούχων απέναντι στην Ουάσινγκτον.
«Αν ήμουν στο υπουργικό συμβούλιο της ισραηλινής κυβέρνησης, ίσως να μην επιτίθεμαι στον μόνο ισχυρό σύμμαχο που μου έχει απομείνει οπουδήποτε σε ολόκληρο τον κόσμο», δήλωσε χαρακτηριστικά. Σε ακόμη πιο αυστηρό τόνο, ο Βανς προειδοποίησε ότι η ισραηλινή ηγεσία θα πρέπει να επανεκτιμήσει τη διεθνή της θέση.
«Όποιος στο Ισραήλ πιστεύει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών πρέπει να ξυπνήσει και να καταλάβει την πραγματικότητα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο μόνος αρχηγός κράτους σε ολόκληρο τον κόσμο που τρέφει συμπάθεια προς το έθνος του Ισραήλ αυτή τη στιγμή».
Η Τεχεράνη στέλνει μήνυμα προς την Ουάσινγκτον
Την ίδια ώρα, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν επιχείρησε να στείλει σαφές μήνυμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, γνωστοποιώντας ότι έχει ήδη προετοιμάσει σχέδιο «αμοιβαίας απάντησης» σε περίπτωση που η αμερικανική πλευρά δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμφωνία.
Σύμφωνα με τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, η Τεχεράνη ξεκαθαρίζει ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τα δικαιώματα του ιρανικού λαού και ότι οποιαδήποτε αθέτηση των συμφωνηθέντων θα ενεργοποιήσει άμεσα προκαθορισμένα αντίμετρα.
Το μήνυμα που εκπέμπει η ιρανική πλευρά είναι ότι δεν θεωρεί εαυτόν ηττημένο μετά τη σύγκρουση και επιχειρεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως προϊόν αντοχής και διαπραγματευτικής πίεσης. Παράλληλα, μεταφέρει το βάρος της επόμενης ημέρας στην Ουάσινγκτον, υπογραμμίζοντας ότι η αξιοπιστία της συμφωνίας θα κριθεί πλέον από την εφαρμογή της στην πράξη.
