«Τρομοκρατική ενέργεια» χαρακτήρισε ο ομοσπονδιακός υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντερ Ντόμπριντ, την επίθεση με αυτοκίνητο σε εκδήλωση του κινήματος Pride, το βράδυ του Σαββάτου στο Βερολίνο, από την οποία μία γυναίκα έχασε τη ζωή της και 29 άτομα τραυματίστηκαν εκ των οποίων τρία σοβαρά, προειδοποιώντας επιπλέον για τον κίνδυνο ο δράστης να βρει μιμητές. Για το σκοπό αυτό τα ομόσπονδα κρατίδια έχουν λάβει οδηγίες να ενισχύσουν τα μέτρα ασφαλείας σε όλες τις μεγάλες εκδηλώσεις στη Γερμανία. Ο υπουργός επιβεβαίωσε ότι ο αναζητούμενος ως ύποπτος είναι ο 21χρονος Γερμανός υπήκοος λιβανέζικης καταγωγής Αμπντούλ Μπαλούτ, ο οποίος ήταν ήδη γνωστός στις αρχές «λόγω μεγάλου αριθμού ποινικών αδικημάτων και εγγύτητας με την ισλαμιστική σκηνή». Η Λιβανέζα μητέρα του είχε πολιτογραφηθεί στη Γερμανία το 2002, ενώ ο 21χρονος είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 22 μηνών με ανασταλτικό χαρακτήρα και παρακολουθούσε μαθήματα αποριζοσπαστικοποίησης και ο εισαγγελέας έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης για αναστολή.
Σε εξέλιξη μεγάλη αστυνομική επιχείρηση
Αμέσως μετά την επίθεση άρχισε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση, «όχι μόνο στο Βερολίνο, αλλά και σε σιδηροδρομικούς σταθμούς και αεροδρόμια σε πολλές περιοχές», όπως ανέφερε ο Αλεξάντερ Ντόμπριντ, προσθέτοντας ότι έρευνες διεξάγονται και στα σύνορα, για το ενδεχόμενο ο δράστης να προσπαθήσει να διαφύγει στο εξωτερικό. Από τις πρώτες πρωινές ώρες, ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις με βαρύ οπλισμό, αλλά και ειδικές δυνάμεις, φρουρούν σιδηροδρομικούς σταθμούς στο Βερολίνο, ενώ σήμα έχει διαβιβαστεί στις υπηρεσίες συνοριοφυλακής και στις γειτονικές χώρες, για το ενδεχόμενο ο δράστης να επιχειρήσει να διαφύγει στο εξωτερικό. Οι έρευνες διεξάγονται ακόμη με ελικόπτερα, drones και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Ο ηλικίας 21 ετών Αμπντούλ Μπαλούτ, ο οποίος αναζητείται από χθες το βράδυ ως ύποπτος για την επίθεση, είναι γνωστός στις αρχές ως ισλαμιστής. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, ο ύποπτος που γεννήθηκε στο Βερολίνο, είναι Γερμανός υπήκοος με καταγωγή από τον Λίβανο και πέρυσι ταξίδεψε στον τόπο καταγωγής του προκειμένου να ενταχθεί στην τρομοκρατική οργάνωση «Ισλαμικό Κράτος». Επιστρέφοντας, συνελήφθη με την υποψία ότι σχεδίαζε «σοβαρή πράξη βίας η οποία θέτει σε κίνδυνο το κράτος» και η εισαγγελία εισηγήθηκε την τριετή φυλάκισή του. Του επιβλήθηκε τελικά ποινή φυλάκισης ενός έτους και τον Μάιο αφέθηκε ελεύθερος, με την υποχρέωση να παρακολουθεί τακτικά μαθήματα αποριζοσπαστικοποίησης.
